Παρασκευή, 17 Απριλίου 2009

Ο Πειραιάς σε αναζήτηση ταυτότητας




Το πρώτο λιμάνι της χώρας αποτελούσε πεδίο ευρύτατων οικονομικών επενδύσεων, αναπτύχθηκε όμως στη σκιά της πρωτεύουσας, σύμφωνα με τα δικά της πρότυπα, χωρίς δική του πολιτιστική ζωή ενώ οι επεμβάσεις της δικτατορίας αλλοίωσαν ακόμη και την ιστορική του φυσιογνωμία.

[ Άρθρο από την εφημερίδα "Το Βήμα" που παραμένει στενόχωρα επίκαιρο μετά από δέκα περίπου χρόνια]

Τα «παιδιά του Πειραιά» αναζητούν ταυτότητα

ΒΑΣΙΑΣ ΤΣΟΚΟΠΟΥΛΟΣ | Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 1999

Στο τεύχος της 1ης Ιανουαρίου 1901 η πειραϊκή εφημερίδα «Σφαίρα» δημοσίευε πρωτοσέλιδα δύο εικόνες του Πειραιά:

«Ο Πειραιεύς του 1833», μια εικόνα ερημίας στη θέση της άχτιστης ακόμη πόλης, και «Ο Πειραιεύς του 1900», μια πυκνοδομημένη πόλη στην οποία κυριαρχούν οι τσιμινιέρες της ακμαίας βιομηχανίας και τα φουγάρα των ατμοπλοίων που συνέρρεαν πυκνά στο λιμάνι.

Ο πειραϊκός 20ός αιώνας κληρονομούσε από τον 19ο όχι μόνο μια οικονομική ανάπτυξη που βρισκόταν στην πρωτοπορία του ελληνικού κράτους, αλλά και μια πόλη-πρότυπο, την οποία διέκριναν οι ισορροπίες ανάμεσα στο «οικονομικό» και στο «πολιτιστικό», υποδειγματική δημοτική διαχείριση και ένα αίσθημα υπερηφάνειας των κατοίκων για την «υπεροχή» της πόλης τους σε Ελλάδα και Ανατολή.

Πώς αυτή η εικόνα αντιστρέφεται από τις αρχές ήδη του 20ού αιώνα, όχι σε ό,τι αφορά την οικονομική πορεία αλλά στα υπόλοιπα πεδία της κοινωνικής ζωής;

Μια ιστορία των δημάρχων Πειραιώς σημειώνει ότι η πρώτη δημαρχιακή περίοδος του 20ού αιώνα «από της ιδρύσεως του Πειραιώς είναι η πρώτη ατυχής δημαρχιακή περίοδος».

Για τον επόμενο δήμαρχο διαβάζουμε ότι «δεν δύναται βεβαίως να εξισωθή προς τους προκατόχους αυτού», ενώ ο δήμαρχος της περιόδου 1914-1925 αναγνώρισε ο ίδιος ότι

«επί των ημερών μου δεν εδημιουργήθη τίποτε αξιομνημόνευτον υπέρ της πόλεως».

Ο τελευταίος δήμαρχος πριν από τη δικτατορία του Μεταξά ­ ένα παλαιό (από το 1907) μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου ­

«ήτο κατά το μακρόν τούτο χρονικό διάστημα, καθ' ο διετέλεσε σύμβουλος, αφωνότερος ιχθύος, ουδέποτε διατυπώσας ιδίαν γνώμην...».

Η φυγή των αστών

Ο Πειραιάς κατά τη διάρκεια των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα υφίσταται ραγδαία χειροτέρευση των κοινωνικών συνθηκών του.

Στον Μεσοπόλεμο είναι η πρώτη πόλη σε εγκληματικότητα και σε θανάτους από ναρκωτικά.

Η πόλη έχει εγκαταλειφθεί από τα ηγεμονικά της κοινωνικά στρώματα, τη διαμορφωμένη πια μεγαλοαστική τάξη που έχτισε το λαμπρό Δημοτικό Θέατρο, οργάνωνε συναυλίες και έβγαλε τους δραστήριους και αποτελεσματικούς δημάρχους Λουκά Ράλλη, Θεόδωρο Ρετσίνα, Δημήτριο και Τρύφωνα Μουτσόπουλο ­ όλους βιομηχάνους και μεγαλεμπόρους.

Η κοινωνική αυτή ομάδα, μετά την οικονομική απογείωση των τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα, ξεπέρασε το τοπικό στάδιο οργάνωσης των συμφερόντων της και εντάχθηκε στο εθνικό επίπεδο, πράγμα που σήμαινε την αποδημία προς την Αθήνα, κοντά στα κέντρα λήψης των αποφάσεων.

Ο Μ. Καραγάτσης στον ιστορικά ακριβέστατο «Γιούγκερμαν» σημείωνε αυτή την τάση που κάνει στη δεκαετία του 1920 ήδη τον Πειραιά να μην είναι καθόλου «σικ».

Μαζί με τη μεγαλοαστική τάξη εγκαταλείπει τον Πειραιά η πνευματική του αφρόκρεμα.

Το πρωτοποριακό «Περιοδικόν μας» του Γερ. Βώκου ήταν το 1900-1902 η τελευταία αναλαμπή της τοπικής πολιτιστικής έκφρασης και ο Λάμπρος Πορφύρας ο τελευταίος σημαντικός καλλιτέχνης που παραμένει στην πόλη, περιθωριακός όπως ήταν, να κάνει παρέα με φτωχούς ψαράδες.

Οι υπόλοιποι φεύγουν, ο Βώκος συνεχίζει την εκδοτική του δραστηριότητα στην Αθήνα, ο Βουτυράς, ο Νιρβάνας, ο Μελάς αφήνουν τον Πειραιά.





Ο Βολανάκης, ο μεγάλος θαλασσογράφος, πέθανε το 1907 τελείως ξεχασμένος.

Αλλά και οι δημοσιογράφοι, αφού ναυάγησαν τα σχέδια για μια πανελλήνια εφημερίδα με έδρα τον Πειραιά, όσοι δεν έφυγαν, μετατρέπονται σε ανταποκριτές αθηναϊκών εφημερίδων.

Στις συνθήκες που δημιουργήθηκαν μετά από αυτές τις αποχωρήσεις κατά τον πειραϊκό Μεσοπόλεμο και στην παρακμή της πνευματικής ζωής που ακολούθησε, το πολιτιστικό κενό έρχονται να καλύψουν κοινωνικές εκφράσεις από τις χαμηλότερες κοινωνικές βαθμίδες.

Από τη μια, η ρεμπέτικη κουλτούρα των εργατικών/περιθωριακών στρωμάτων έβαλε τη σφραγίδα της στη φυσιογνωμία της πόλης κάνοντας τον Πειραιά πρωτεύουσα και πόλη-σύμβολο της μαγκιάς και του περιθωρίου.

Από την άλλη, ο Ολυμπιακός, η έκφραση των καταπιεσμένων και τραυματισμένων μικροαστικών στρωμάτων, γίνεται η δυναμική αντίδραση στην αθηναϊκή παντοδυναμία ­ βρίσκει έτσι μια παράδοση του πειραϊκού 19ου αιώνα, μια αντιαθηναϊκή τοπικιστική συνείδηση που εκφραζόταν τότε ως υπεράσπιση του «τοπικού» χώρου από την ανερχόμενη αστική τάξη, τώρα όμως έχει μια εκδικητική και επιθετική χροιά.

Η ταύτιση ομάδας - πόλης είναι μοναδική στην περίπτωση Ολυμπιακού και Πειραιά και στο ιδεολογικό υπόστρωμα της ίδρυσης του Ολυμπιακού μεγάλο βάρος είχε η επιθυμία να δοξασθεί ο Πειραιάς σε όλη την Ελλάδα ­ μια συμβολική επάνοδος της πόλης στο προσκήνιο της ιστορίας.

Άνισος αγώνας

Η Αθήνα εκτός από την αποστράγγιση της επαρχίας ρούφηξε και τη ζωή του Πειραιά, που παρέμεινε πάντα ένα πεδίο οικονομικών επενδύσεων.

Η πληθυσμιακή του ανάπτυξη ακολουθούσε κατά πόδας την έκρηξη της Αθήνας:

Οι 50.000 κάτοικοι στα τέλη του 19ου αιώνα θα γίνουν 130.000 το 1920 και σχεδόν διπλάσιοι μετά την έλευση των μικρασιατών προσφύγων που αιμοδότησαν και αυτοί την οικονομία της πόλης.

Η βιομηχανία θα εξακολουθήσει να κυριαρχεί ποσοτικά σε εθνικό επίπεδο και το λιμάνι, μετά τα έργα της δεκαετίας του 1920, θα αναρριχηθεί σιγά σιγά στις πρώτες θέσεις των μεσογειακών λιμένων.

Ολη αυτή όμως η επένδυση στην οικονομία θα εξακολουθήσει να μην έχει το ανάλογό της στον πολιτιστικό χώρο ακόμη και μετά τον Πόλεμο, στη λεγόμενη «ανοικοδόμηση» της χώρας.

Οι μικρές προσπάθειες για πολιτιστική δράση στα τέλη της δεκαετίας του 1950 δεν ξέφυγαν από την περιθωριακή λειτουργία.

Η έκθεση του Ιστορικού Πειραϊκού Αρχείου δίνει την ευκαιρία για την ίδια διαπίστωση:

«Δίπλα στην Αθήνα αγωνίζεται ο Πειραιεύς, εντός του κύκλου των πιεστικών συνθηκών που του δημιουργεί αυτή η στενή γειτονία, να συντηρήση τους δικούς του αυτονόμους πνευματικούς παλμούς» έγραφε «Το Βήμα» στις 17.10.1959.

Αλλες πρωτοβουλίες, όπως οι συναυλίες της Λαϊκής Ορχήστρας του Μίκη Θεοδωράκη, που ζωντάνευαν και το Δημοτικό Θέατρο της πόλης, διακόπηκαν από τη δικτατορία.

Η δικτατορία επεφύλαξε για τον Πειραιά ένα φαινόμενο που εξέπληξε το πανελλήνιο.

Ο διορισμένος δήμαρχος Αριστείδης Σκυλίτσης και η επιρροή που απέκτησε στην τοπική κοινωνία είναι μια περίπτωση που ερμηνεύεται όταν γνωρίζουμε την «ιδιομορφία του Πειραιώς», όπως δήλωσε και ο ίδιος στην ορκωμοσία του, την τραυματική εμπειρία δηλαδή της πτώσης του Πειραιά σε διάστημα δύο γενεών.

Ο δήμαρχος της δικτατορίας προχώρησε σε συστηματική κατεργασία της τοπικής συνείδησης δημιουργώντας αυταπάτες για αναγέννηση του Πειραιά (το σύνθημά του ήταν ότι θα ξανακάνει τον Πειραιά πρώτη πόλη της Μεσογείου), επεμβαίνοντας ταυτόχρονα συστηματικά και καίρια στα σύμβολα της τοπικής μνήμης.

Η παρέμβαση αυτή ήταν σημειολογικά συναρπαστική:

Ο Σκυλίτσης γκρέμισε όλα τα σημεία αναφοράς της τοπικής συνείδησης που συνδέονταν με το όνομα των προηγούμενων δημάρχων της πόλης (από το ιστορικό Ρολόι ­ το σύμβολο ταυτότητας του Πειραιά ­ ως τη Ράλλειο, το θεατράκι του Τσίλερ κτλ.) και κράτησε μόνο το Δημοτικό Θέατρο, αφού αυτό οικοδομήθηκε και κατά τη διάρκεια της θητείας του παππού του Πέτρου Ομηρίδη Σκυλίτση.

[Σημείωση του blog:

Ο δήμαρχος (1841-1845 & 1848-1854) Πέτρος Ομηρίδης Σκυλίτσης ήταν συγγενής αλλά όχι παπούς του δικτατορικού Σκυλίτση.

Το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά θεμελίωσε ο παπούς του χουντικού Σκυλίτση, επίσης δήμαρχος (1883-1887) με το ίδιο όνομα, δηλαδή Αριστείδης Σκυλίτσης]

Ταυτόχρονα άρχισε την ανέγερση των δικών του έργων, όπου καθένα από αυτά «έσβηνε» και από ένα τοπικό σύμβολο:

Το νέο Δημαρχείο (στην ίδια αρχιτεκτονική γραμμή και δίπλα στο Θέατρο), τον ουρανοξύστη (που θα έκανε τον Πειραιά «ευρωπαϊκή πόλη») κοντά στη θέση που ήταν το Ρολόι, το «Σκυλίτσειο» (σήμερα Βεάκειο) κ.ο.κ.

Εφτιαχνε με ένα λόγο νέα σημεία αναφοράς συνδεδεμένα με το όνομά του, ενώ «ξύριζε» όλα τα ιστορικά σημεία αναφοράς που συνδέονταν με άλλο όνομα:

Πρόκειται για μια ολοκληρωμένη μετατόπιση και αλλοίωση της ιστορικής φυσιογνωμίας και συνείδησης της πόλης.

Ετσι με την επίφαση μιας αναγέννησης άγγιξε ένα σημαντικό κομμάτι της πειραϊκής κοινωνίας που λαχταρούσε να ξαναδεί την πόλη όπως ήταν παλιά και δεν μπορούσε να «δει» την καταστροφή που επιτελούσε ο δήμαρχος της χούντας.

Υπάρχουν ελπίδες

Η εισβολή Σκυλίτση δεν ήταν λοιπόν ένα ακατανόητο και ουρανοκατέβατο φαινόμενο.

Ηταν αντιθέτως μια πολύ έντονη πτυχή της κρίσης που διατρέχει την πειραϊκή κοινωνία από τις αρχές του αιώνα που τελειώνει.

Τα οικονομικά προβλήματα, η αδυναμία των δημοτικών αρχών που ακολούθησαν τη δικτατορία να ορθοποδήσουν την πόλη, οι διαμάχες για την κακοδιαχείριση των δημοτικών πραγμάτων, όλα αυτά που ταλανίζουν τον Πειραιά ως σήμερα, εκφράζουν μια βαθιά ιστορική τάση που δεν έχει ακόμη αντιστραφεί.

Η χαρτογράφηση της πολιτιστικής ζωής της πόλης (αριθμός θεάτρων, γκαλερί, κινηματογράφων) δείχνει τη μεγάλη διάσταση που υπάρχει ανάμεσα στα πληθυσμιακά δεδομένα και στην ατροφία της πολιτιστικής δραστηριότητας.

Ωστόσο στα πρόθυρα αυτού του νέου αιώνα η κρίση του αθηναιοκεντρισμού, που δημιουργεί μια τάση για αναζωογόνηση της περιφέρειας, αγγίζει και τον Πειραιά, την ιδιότυπη αυτή εσωτερική περιφέρεια του μεγαθηρίου της ευρύτερης περιοχής της πρωτεύουσας.

Η άνθηση της διασκέδασης, της οποίας ο Πειραιάς γίνεται ένας σημαντικός πόλος, οι επενδύσεις σε σύγχρονα εμπορικά κέντρα, η ανακαίνιση του Δημοτικού Θεάτρου, η δραστηριότητα του Δημοτικού Κέντρου Μουσικής κτλ. είναι δείγματα στροφής και μένει να δοκιμασθεί η προοπτική της στα χρόνια που έρχονται...

(Ο κ. Βάσιας Τσοκόπουλος είναι ιστορικός, υπεύθυνος έρευνας του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου για την ιστορία των ελληνικών εκδοτικών οίκων).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Επικοινωνία: