Κυριακή, 19 Απριλίου 2009

Τάδε έφη Αριστοτέλης:

«Η ανώτερη εξουσία βρίσκεται αναγκαστικά στα χέρια ενός ή μερικών ή και πολλών.

Όταν όλοι αυτοί κατευθύνουν όλες τους τις προσπάθειες προς το γενικό καλό, τούτο το κράτος διοικείται καλά, αλλά όταν ο ένας, οι λίγοι ή οι πολλοί αποβλέπουν μόνο προς το δικό τους συμφέρον, πρέπει να περιμένουμε μια εξέλιξη προς το χειρότερο.»


Περί Ευθύνης Υπουργών: Μια άποψη



Πολύ κουβεντολογία και πολιτική καφενείου για τα θέματα της διαφθοράς του πολιτικού κόσμου, της ανεύθυνης συμπεριφοράς κάποιων κομμάτων αλλά και γενικά της απαξίας της δημόσιας ζωής.

Αφού το ίδιο το Ελληνικό Κράτος ως υπόσταση φαίνεται να στηρίζεται στη νοθεία, στη διαφθορά και στη συναλλαγή που ανέχεται και συντηρεί τότε για ποιό συγκεκριμένο θέμα μιλάμε και σε ποιόν να ρίξουμε τις ευθύνες;

Την κύρια ευθύνη την έχουμε εμείς οι πολίτες που ανεχόμαστε αυτή την κατάσταση της κατ' επίφαση Δημοκρατίας.

Ασφαλώς και θα υπάρξουν κουκουλώματα.

Τι να κάνει και η κομματική Δικαιοσύνη;

Έχει και αυτή τα όρια της ανεξαρτησίας της και δεν είναι δυνατό να προκαλέσει πολιτικό ή πολιτειακό πρόβλημα.


Συχνά - πυκνά ακούμε όμως και εισαγγελείς και δικαστές να βγαίνουν από τα ρούχα τους.

"Αφού αυτή είναι η νομοθεσία", λένε, "εμείς τι να κάνουμε;".

Αυτό κύριοι λέγεται αρνησιδικία.

Η Ελληνική νομοθεσία είναι υπέρ-πλήρης και καλύπτει σχεδόν τα πάντα. Είναι δυνατό να μην καλύπτει το αιώνιο Ελληνικό φαινόμενο της νοθείας που εκφράζεται με την πολιτική διαφθορά;

Όχι βέβαια.

Για παράδειγμα ας πάρουμε, με την ευκαιρία της συζήτησης για το λεγόμενο σκάνδαλο της Siemens, το θέμα της, κατά γενική αποδοχή, παραγραφής των αξιόποινων πράξεων υπουργών και κατά συνέπεια, όπως αναφέρεται, όλων των εμπλεκομένων.

Το σχετικό νομοθέτημα είναι ο Ν. 3126/2003 (ΦΕΚ Α 66 19.3.2003).

Στην εισηγητική έκθεση του Υπουργείου Δικαιοσύνης που παρουσιάστηκε στις 18.2.2003 στη Βουλή αναφέρθηκαν τα εξής:

(Για την Ιστορία, παραθέτουμε το πλήρες κείμενο. Αν δεν έχετε υπομονή προχωρήστε πιο κάτω και διαβάστε την άποψή μας):

Έχω την τιμή, σήμερα, να εισηγούμαι ενώπιον του Σώματος τον τελευταίο εκτελεστικό νόμο του Συντάγματος που εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Ειδικότερα, από τους προβλεπόμενους εκτελεστικούς νόμους έχουν ψηφισθεί οι ακόλουθοι:

Νόμος 2944/2001 με τον οποίο μεταφέρονται διοικητικές διαφορές από το Συμβούλιο της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια προς εκτέλεση των άρθρων 94 παρ. 1 και 95 παρ. 1 του Συντάγματος.

Νόμος 2993/2002 με τον οποίο ρυθμίζονται τα κωλύματα και ασυμβίβαστα των δικαστικών λειτουργών, η αντικατάστασή τους από συμβούλια και επιτροπές, καθώς και η συγκρότηση και λειτουργία των ανώτατων δικαστικών συμβουλίων και των συμβουλίων δικαστικών υπαλλήλων προς εκτέλεση των άρθρων 89, 90 και 92 του Συντάγματος.

Νόμος 3038/20002 με τον οποίο συγκροτείται το ειδικό δικαστήριο του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος για την επίλυση μισθολογικών, συνταξιοδοτικών κλπ. διαφορών δικαστικών λειτουργών.

Νόμος 3068/2002 για τη συμμόρφωση της διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις και για την προαγωγή των δικαστών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων στο βαθμό του Συμβούλου Επικρατείας προς υλοποίηση των άρθρων 94 παρ. 4, 95 παρ. 5 και 88 παρ. 6 του Συντάγματος.

Ο νόμος για την ποινική ευθύνη Υπουργών έχει την αυτονόητη σημασία του σε κάθε κοινοβουλευτική δημοκρατία καθώς αποτελεί ένα ξεχωριστό νομοθέτημα που προσπαθεί να βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα σε θεμελιώδεις ανάγκες του πολιτικού μας συστήματος που στη συγκεκριμένη περίπτωση βρίσκονται σε μία σχέση έντασης :

από τη μια υπάρχει η ακεραιότητα της δικαστικής διαδικασίας, η αρχή του φυσικού δικαστή και η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και από την άλλη, η διάκριση των εξουσιών, η ομαλότητα του κοινοβουλευτικού μας βίου και η προστασία της τιμής των πολιτικών που έχουν αναδειχθεί με τη λαϊκή ψήφο από την άλλη.

Ακριβώς για το λόγο αυτό ανέκαθεν υπήρχε σχετική συνταγματική πρόβλεψη (πρώτος οργανικός νόμος βάσει του άρθρου 80 του Συντάγματος του 1864 ήταν ο ΦΠΣτ΄/1876, για να ακολουθήσουν το ΝΔ 802/1971 και τελευταία ο Ν. 2509/1997), χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει και καθιέρωση υπουργικών προνομίων σε σχέση με την ποινική τους, έναντι των άλλων πολιτών, μεταχείριση.

Σκοπός της συγκεκριμένης επιλογής είναι, αφενός μεν η προστασία της τιμής των πολιτικών και της ομαλότητας του πολιτικού βίου και αφετέρου η ταχεία εκκαθάριση των ποινικών υποθέσεων, στις οποίες εμπλέκονται μέλη της Κυβέρνησης.

Αυτή η αυτονόητη σε κάθε χώρα σημασία του θεσμού αυτού, στην Ελλάδα αποκτά μία ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα λόγω της ιστορικής εμπειρίας από την εφαρμογή του νόμου αυτού.

Δεν χρειάζεται να ανατρέξει κανείς στο απώτερο παρελθόν της χώρας μας, όπως π.χ. το 1964-65 όταν το περίφημα θέμα της παραγραφής είχε γίνει αντικείμενο έντονης πολιτικής διαμάχης με αρνητικές επιπτώσεις στην ομαλότητα του πολιτικού μας βίου.

Δυστυχώς, η πιο πρόσφατη πολιτική μας ζωή, στην περίοδο 1989-1992 ανέδειξε όχι μόνο την κεντρική σημασία που μπορεί να αποκτήσει ο νόμος αυτός σε περιόδους πολιτικής κρίσης αλλά και τις αδυναμίες των θεσμικών ρυθμίσεων που ίσχυαν τότε σε συνταγματικό και νομοθετικό επίπεδο σχετικά με το θέμα της ποινικής ευθύνης των Υπουργών.

Αρκεί να υπενθυμίσω ενδεικτικά τις διαφωνίες για το θέμα της παραγραφής, τις θεσμικές αντιφάσεις που προκάλεσε ο θεσμός των βουλευτών-κατηγόρων, οι αντιφατικές αποφάσεις σχετικά με την τύχη των τυχόν συμμετόχων κ.λπ.

Τα περισσότερα από αυτά τα ζητήματα ήταν στη βάση τους ζητήματα νομικής ερμηνείας, αλλά στην πράξη έγιναν αντικείμενο οξύτατης πολιτικής αντιπαράθεσης όπου δύσκολα κανείς ξεχώριζε τη νηφάλια νομική σκέψη από την πολιτική σκοπιμότητα.

Τα προβλήματα εκείνα είχαν ήδη αναγκάσει το νομοθέτη να αλλάξει το 1997 το νόμο περί ευθύνης Υπουργών και να προβεί, με το ν. 2509/1997, σε ορισμένες βελτιώσεις που όμως δεν ήταν αρκετές καθώς εντάσσονταν σε ένα δεδομένο συνταγματικό πλαίσιο.

Αυτό το συνταγματικό πλαίσιο είναι που άλλαξε το 2001 και νομίζω ότι κοινή είναι η διαπίστωση ότι οι αλλαγές αυτές διακρίνονται για την ορθότητα και την πληρότητα τους.

Αξίζει να θυμηθούμε τις βασικότερες καινοτομίες του αναθεωρημένου άρθρου 86 :

α. Ανατέθηκε η σχετική ανακριτική διαδικασία σε ειδικό ανακριτικό συμβούλιο που λειτουργεί στο πλαίσιο του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου το οποίο εκδίδει παραπεμπτικό ή απαλλακτικό βούλευμα.

β. Καταργήθηκε ο θεσμός του βουλευτή-κατηγόρου και αντικαταστάθηκε από τον φυσικό, ας μου επιτραπεί ο όρος, κατήγορο, δηλαδή τον εισαγγελέα.

γ. Προβλέφθηκε η συμμετοχή και Συμβούλων Επικρατείας στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο.

δ. Καθιερώθηκε ρητά η υποχρεωτική συμπαραπομπή των τυχόν συμμετόχων στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο.

Τις νέες αυτές συνταγματικές διατάξεις εξειδικεύει το υπό κρίση Σχέδιο Νόμου προβλέποντας επακριβώς τις ουσιαστικές και διαδικαστικές λεπτομέρειες για την υλοποίησή του.

Συγκεκριμένα, θα ήθελα να επισημάνω τις εξής ρυθμίσεις :

Η παραγραφή των αξιόποινων πράξεων (πλημμελημάτων ή κακουργημάτων) που τελούνται από υπουργό κατά την άσκηση των καθηκόντων του παραγράφονται με τη συμπλήρωση πέντε (5) ετών από την ημέρα που τελέστηκαν.

Η προθεσμία όμως αυτή αναστέλλεται:

α) όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος, κατά τη διάρκεια της οποίας τελέστηκε η πράξη, εκτός αν στο μεταξύ εκδόθηκε η απόφαση του άρθρου 6 παρ. 2 του νόμου αυτού,

β) όσο διαρκεί η κύρια διαδικασία και

γ) όσο ισχύει η απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, για την αναστολή της δίωξης, της προδικασίας ή της κύριας διαδικασίας, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 6 παρ. 5 του νόμου αυτού.

Σε κάθε δε περίπτωση η παραγραφή επέρχεται με τη συμπλήρωση δέκα ετών από την τέλεση της πράξης (άρθρο 3 Σ/Ν).

Πρέπει να τονίσω ότι η κατ’ αρχήν - και τονίζω τη λέξη κατ’ αρχήν - πενταετής παραγραφή δεν είναι κάποια καινοτομία αλλά προβλέπεται στον ισχύοντα νόμο 2509/1997 όπου θεσπίζεται παραγραφή στα πέντε χρόνια από την ημέρα που τελέστηκαν, ανεξάρτητα από τη βαρύτητά τους, δηλαδή αν πρόκειται για κακουργήματα ή πλημμελήματα.

Κι αυτό διότι σε περίπτωση υπουργικού εγκλήματος είναι αδιαμφισβήτητη η αναγκαιότητα να περατωθεί ταχέως η εκκρεμότητα που δημιουργείται, ώστε τα πολιτικά πρόσωπα να μην αντιμετωπίζουν για πολλά χρόνια το φάσμα μιας ποινικής δίκης με όλα τα συνακόλουθα αρνητικά γι΄ αυτούς ενδεχόμενα.

Συγχρόνως όμως επιβάλλεται και η διασφάλιση ικανού χρόνου, για την ασφαλή διάγνωση της υπόθεσης σε όλα τα διαδικαστικά της στάδια.

Ως αντιστάθμισμα λοιπόν στον κατά τα άνω χρόνο, και αυτή είναι η καινοτομία του Σχ/Ν που σήμερα συζητάμε, διευρύνονται οι λόγοι για τους οποίους αναστέλλεται η προθεσμία της παραγραφής.

Συγκεκριμένα, ορίζεται ότι η προθεσμία παραγραφής αναστέλλεται όχι μόνο όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος κατά την διάρκεια της οποίας τελέστηκε η πράξη (ρύθμιση του ν. 2509/1997) αλλά επιπλέον όσο διαρκεί η κύρια διαδικασία και όσο ισχύει η απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής για την αναστολή της δίωξης της προδικασίας ή της κύριας διαδικασίας, ρύθμιση που αποτρέπει ουσιαστικά τον όποιο κίνδυνο παραγραφής.

Το αξιόποινο των πράξεων των υπουργών εξαλείφεται με το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης, εάν ως τότε η Βουλή δεν έχει ασκήσει την αρμοδιότητά της για την ποινική δίωξη του υπουργού, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο νόμο αυτό (άρθρο 3 παρ. 2 Σ/Ν).

Η διαδικασία της ποινικής δίωξης κινείται εφόσον το ζητήσουν εγγράφως και με συγκεκριμένη αναφορά στα στοιχεία της πράξης τριάντα (30) τουλάχιστον βουλευτές, διαφορετικά είναι απαράδεκτη (άρθρο 5 παρ. 1 Σ/Ν).

Εφ’ όσον ληφθεί από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, σχετική απόφαση σε συνέχεια μιας τέτοιας πρότασης, διενεργείται προκαταρκτική εξέταση και υποβάλλεται έγγραφο πόρισμα από ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή της Βουλής.

Θεωρείται απαράδεκτη νέα πρόταση που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, αν η Ολομέλεια της Βουλής απορρίψει την πρόταση των βουλευτών (άρθρο 5 παρ. 5 Σ/Ν).

Με την πρόβλεψη αυτή αναγνωρίζεται η ύπαρξη οιονεί δεδικασμένου και το θέμα αντιμετωπίζεται όπως ακριβώς σε όλες τις παρόμοιες περιπτώσεις της ποινικής διαδικασίας, δηλαδή δεν επιτρέπεται η «ανακύκλωση» των αιτιάσεων που βασίζονται στα ίδια γεγονότα.

Η απόφαση για την άσκηση ή μη ποινικής δίωξης λαμβάνεται, μετά την εισαγωγή του πορίσματος στην Ολομέλεια της Βουλής, με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών (άρθρο 6 παρ. 2 Σ/Ν).

Υπενθυμίζω ότι, με τον ισχύοντα νόμο, η απόφαση για την παραπομπή λαμβάνεται με ειδική πλειοψηφία αριθμητικά ίση τουλάχιστον με το άθροισμα που προκύπτει από τον αριθμό των βουλευτών που υπερψήφισαν την τελευταία πρόταση εμπιστοσύνης που υπέβαλε η Κυβέρνηση και το ένα δέκατο των υπόλοιπων βουλευτών.

Νέα πρόταση που αφορά τα ίδια πρόσωπα και τις ίδιες πράξεις, έστω και με διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό είναι σε κάθε περίπτωση απαράδεκτη (άρθρο 6 παρ. 4 Σ/Ν).

Με τη διάταξη αυτή αποκλείεται οριστικά το ενδεχόμενο νέας πρότασης για τα ίδια πρόσωπα και τις ίδιες πράξεις, έστω και με διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό, εφ’ όσον η Ολομέλεια της Βουλής, μετά τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης και της σύνταξης σχετικού πορίσματος, αποφασίσει να μην ασκηθεί ποινική δίωξη.

Η αιτιολογία της συγκεκριμένης διάταξης είναι προφανής : η προκαταρκτική εξέταση που προηγήθηκε έδωσε τη δυνατότητα της συλλογής όλων των απαραίτητων στοιχείων για τη διαμόρφωση ασφαλούς κρίσης και την εξαγωγή εμπεριστατωμένης απόφανσης.

Κατά συνέπεια, θεμελιώνεται επαρκώς το αυξημένο -σε σχέση με την περίπτωση που δεν είχε γίνει η προκαταρκτική εξέταση- δεδικασμένο της περίπτωσης αυτής.

Η Βουλή ερεύνησε ενδελεχώς το θέμα και έκρινε ότι δεν προκύπτει τίποτε. Αυτή η υπόθεση πρέπει να κλείσει πια.

Η Ολομέλεια της Βουλής μπορεί, με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, να αποφασίζει οποτεδήποτε την ανάκληση της απόφασής της για την άσκηση ποινικής δίωξης ή την αναστολή της δίωξης, της προδικασίας ή της κύριας διαδικασίας, ενώ η αναστολή μπορεί να αρθεί με τις ίδιες διατυπώσεις.

Προϋπόθεση βέβαια των διαδικασιών αυτών είναι να υπάρχει έγγραφη πρόταση τριάντα (30) τουλάχιστον βουλευτών. (άρθρο 6 παρ. 5 Σ/Ν).

Η άσκηση ποινικής δίωξης κατά υπουργού καταλαμβάνει υποχρεωτικά και τους συμμετόχους, οι οποίοι κατηγορούνται και δικάζονται μαζί με τον υπουργό. (άρθρο 7 παρ. 1 Σ/Ν).

Αυτό βέβαια, όπως είπα και πριν, αποτελεί άμεση συνταγματική επιταγή.

Η δικαιοδοσία των τακτικών ποινικών δικαστηρίων δεν θίγεται ως προς τους συμμετόχους, αν η Βουλή απορρίψει ως προδήλως αβάσιμη την πρόταση για την άσκηση ποινικής δίωξης ή αν αποφασίσει να μην ασκήσει ποινική δίωξη.

Δηλαδή αυτοί παραπέμπονται στα κοινά ποινικά δικαστήρια και ως προς αυτούς δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτού του νόμου. (άρθρο 7 παρ. 3 Σ/Ν).

Η προκείμενη πρόβλεψη αποτελεί αναγκαία συμπλήρωση της συνταγματικής επιταγής για την υποχρεωτική συμπαραπομπή στο Ειδικό Δικαστήριο και των τυχών συμμετόχων, διότι δεν πρέπει να μένει ουδεμία αμφιβολία ότι, αν απορριφθεί από τη Βουλή ως προδήλως αβάσιμη η πρόταση για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά Υπουργού, για τους συμμετόχους επιλαμβάνονται τα κοινά ποινικά δικαστήρια και εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις της ποινικής νομοθεσίας, αφού σε διαφορετική περίπτωση θα υπήρχε συνταγματική αταξία.

Παρόμοια άλλωστε είναι η ρύθμιση και της τετάρτης παραγράφου του άρθρου 11 του Σ/Ν, σύμφωνα με την οποία εάν συντρέχει περίπτωση παραπομπής μόνο του συμμετόχου, το (Ειδικό) Δικαστικό Συμβούλιο τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμόδιου κατά τις κοινές διατάξεις δικαστηρίου.

Ρυθμίζονται τα θέματα του (Ειδικού) Δικαστικού Συμβουλίου που συγκροτείται από δικαστές του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου Επικρατείας. Θεσπίζεται έτσι για πρώτη φορά ενδιάμεση διαδικασία και προβλέπεται η διενέργεια ανάκρισης η οποία περατώνεται με την έκδοση βουλεύματος (άρθρα 8, 9 και 10 Σ/Ν).

Το Ειδικό Δικαστήριο συγκροτείται από δεκατρία τακτικά και έξι αναπληρωματικά μέλη (επτά μέλη του Αρείου Πάγου και έξι μέλη του Συμβουλίου Επικρατείας), τα οποία κληρώνονται μετά την έκδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος σε δημόσια συνεδρίαση της Ολομέλειας της Βουλής, ενώ καθήκοντα προέδρου ασκεί ο ανώτερος σε βαθμό από τα μέλη του Αρείου Πάγου που κληρώθηκαν και μεταξύ ομοιοβάθμων ο αρχαιότερος (άρθρο 12 Σ/Ν).

Αντί των βουλευτών-κατηγόρων, καθήκοντα εισαγγελέα ασκεί μέλος της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου που κληρώνεται κι αυτός με τον αναπληρωτή του στην ίδια συνεδρίαση της Βουλής (άρθρο 12 παρ. 2 Σ/Ν).

Ο θεσμός του βουλευτή-κατηγόρου ήταν ιδιαίτερα προβληματικός, αφού τοποθετούσε τους πολιτικούς αντιπάλους στη θέση εισαγγελέα, ενός κρίσιμου παράγοντα της δίκης που πρέπει να παρέχει εχέγγυα αμεροληψίας.

Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που επιβάλλεται σε υπουργό για πλημμέλημα μετατρέπεται σε χρηματική, ενώ ως προς τα κακουργήματα εφαρμόζονται οι ισχύουσες κοινές διατάξεις (άρθρο 18 παρ. 2 Σ/Ν).

Η ρύθμιση αυτή εναρμονίζεται με τη σύγχρονη τάση της αντεγκληματικής πολιτικής για τον περιορισμό του ενδεχομένου εγκλεισμού στις φυλακές για την έκτιση της περιοριστικής της ελευθερίας ποινής που επιβλήθηκε για πράξη σε βαθμό πλημμελήματος, που προδήλως είναι ήσσονος, συγκριτικά με τα κακουργήματα, απαξίας.

Ιδιαίτερα δε στην περίπτωση πολιτικού προσώπου, όταν ο στιγματισμός από μια καταδίκη, έστω για πλημμέλημα, είναι ήδη αφόρητα επαχθής για την περιβάλλουσα το πρόσωπό του ηθική και κοινωνική αξία, η εν λόγω διάταξη είναι θετική.

Και με τις παρατηρήσεις αυτές, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ολοκληρώνω την παρουσίαση των βασικών διατάξεων του Σχεδίου Νόμου του οποίου έχω την τιμή να ζητώ την υπερψήφιση από το Κοινοβούλιο.

Οφείλω να πω ότι το εποικοδομητικό κλίμα που επικράτησε στη σχετική συζήτηση ενώπιον της αρμόδιας Κοινοβουλευτικής Επιτροπής με κάνει να πιστεύω ότι και στην Ολομέλεια θα έχουμε αντίστοιχου επιπέδου συζήτηση επ? ωφελεία του πολιτικού μας βίου.

Όταν κανείς αναλογίζεται το τι συνέβη στην πρόσφατη πολιτική ιστορία με αφορμή τον νόμο περί ευθύνης Υπουργών, αποτελεί δείγμα ωρίμανσης του πολιτικού μας συστήματος η συζήτηση του νόμου αυτού με νηφαλιότητα, καλή πίστη και διάθεση συναίνεσης.

Επιτρέψτε μου να τελειώσω εκφράζοντας μία ελπίδα: αντίθετα με όλους τους άλλους νόμους που έχω κατά καιρούς έχω εισηγηθεί, αυτός ο νόμος ελπίζω και εύχομαι να μην χρειασθεί ποτέ να εφαρμοσθεί.


Η άποψή μας:



Ο σχετικός νόμος περί Ευθύνης Υπουργών ρυθμίζει τις ποινικές ευθύνες των πολιτικών προσώπων και όχι τις αστικές ευθύνες που μπορούν να αποδωθούν κανονικά ή ακόμη τα σχετικά θέματα Διοικητικού Δικαίου που δεν επηρεάζονται.

Αν και οι αντίστοιχες διατάξεις περί ευθύνης υπουργών παρέχουν νομική βάση για να ισχυριστεί κάποιος ότι τα σχετικά αδικήματα έχουν παραγραφεί, αν συντρέχει τέτοιος λόγος, ωστόσο ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση και δεν θα πρέπει να αναιρεί τη διαδικασία προκαταρκτικής εξέτασης, προανάκρισης και κύριας ανάκρισης και των σχετικών με αυτές ενεργειών για τη διαλεύκανση μιας υπόθεσης.

Γνώμη μας είναι ότι θα πρέπει να ασκηθεί και ποινική δίωξη κατά τα οριζόμενα αν προκύψουν οι σχετικές ενδείξεις και η ένσταση παραγραφής να προβληθεί στο ακροατήριο από τον κατηγορούμενο υπουργό.

Επίσης, αν και υπάρχει η άποψη ότι η παραγραφή του αξιόποινου των πράξεων υπουργών συμπαρασύρει και τη δυνατότητα ποινικής δίωξης και άλλων εμπλεκόμενων σε αυτές τις πράξεις, η θέση μας είναι διαφορετική.

Αν προκύψουν αποχρώσες ενδείξεις για αξιόποινες πράξεις προσώπων θα πρέπει να ασκηθεί ποινική δίωξη τόσο στα πρόσωπα αυτά όσο και στους εμπλεκόμενους υπουργούς τουλάχιστον για τα αδικήματα της συνέργειας ή και ηθικής αυτουργίας αν ίσως όχι για την κύρια πράξη των υπουργών.

Κάτι διαφορετικό θα ήταν ευθεία παραβίαση πολλών άρθρων του πυρήνα του Συντάγματος και ειδικά της αρχής της ισότητας καθώς δεν τίθεται κανένας λόγος δημοσίου συμφέροντος παροχής προστασίας ή ειδικής αντιμετώπισης προσώπων που φέρονται να εμπλέκονται σε αξιόποινες πράξεις και δεν είναι υπουργοί.

Επιπλέον, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι υπάρχουν διατάξεις της Ευρωπαϊκής έννομης τάξης αλλά και Διεθνούς Δικαίου που υπερισχύουν της Ελληνικής Νομοθεσίας και κατά συνέπεια θα πρέπει να εφαρμοστούν αυτές όταν υπάρχει λόγος.

Συνεπώς για το θέμα της Siemens και άλλων που αφορούν ουσιαστικά ξέπλυμα βρώμικου χρήματος δεν υπάρχει νομικά καμία προστασία από εσωτερικό δίκαιο όπως είναι ο νόμος περί ευθύνης υπουργών.

Σε μια ακραία όντως περίπτωση θα μπορούσε να ζητηθεί ακόμη και η έκδοση του αρμόδιου υπουργού για να δικαστεί σε άλλη χώρα και σε αυτή την περίπτωση λίγα νομικά όπλα θα είχε η Ελληνική Πολιτεία για να αντισταθεί.

Ας μην βαφτίζουμε λοιπόν το ψάρι κρέας και ας λέμε την αλήθεια στον Ελληνικό Λαό.

Η Ελληνική πολιτική ζωή εμφανίζεται να έχει τη σοβαρότητα των παλιών τηλεοπτικών σειρών "Ντάλας" και "Δυναστεία".

Ας αποφασίσουν οι πολιτικοί οι οποίοι δηλώνουν ότι κόπτονται για τη Δημοκρατία να πάρουν πρωτοβουλίες για την πραγματική διάκριση των εξουσιών και το διαχωρισμό κράτους και κόμματος.

Αν δεν γίνει αυτό θα συζητάμε συνέχεια τα ίδια και τα ίδια "κουράζοντας" ενδεχομένως κάποιους πρωθυπουργούς και αρχηγούς κομμάτων.

Είπε κανείς ότι η Δημοκρατία δεν είναι κουραστική και επικίνδυνη υπόθεση;

Φάκελος ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ




Η γείτονα χώρα έχει ξεκινήσει την προβολή διαφημιστικού οπτικού υλικού μέσω διεθνών τηλεοπτικών δικτύων όπου παρουσιάζεται ως ιδανικός χώρος επενδύσεων ειδικά αυτή την περίοδο της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.

Έχουμε αναφερθεί ξανά από το blog για το θέμα του ονόματος εφιστώντας την προσοχή στους υπεύθυνους ώστε να μην λάβουν καμία δεσμευτική για την Ελλάδα απόφαση.

(βλ. Φάκελος ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ )

Ένα καλό που έγινε από τα πρόσφατα εσωτερικά πολιτικά γεγονότα με τις ταραχές στο κέντρο των πόλεων ήταν και η διακοπή των συζητήσεων σε υψηλό επίπεδο για το θέμα που κακώς έχει αναδειχθεί σε Εθνικό.

Επαφές όμως γίνονται σε χαμηλότερο επίπεδο και επισκέψεις πραγματοποιούνται αλλά και πιέσεις από οργανισμούς υφίστανται για να λυθεί άμεσα η εκκρεμότητα.

Μεγάλη προσοχή λέμε και πάλι. Ελπίζουμε να μην υπάρξουν υπογραφές ή οποιοδήποτε άλλο γεγονός που θα αποτελέσει "δεδικασμένο" και θα απεμπολήσει κυριαρχικά μας δικαιώματα.

Δείτε το video που παρουσιάζεται στα ξένα δίκτυα στην αγγλική γλώσσα. Είναι σημειωτέο ότι η γείτονα παρουσιάζει τη διαφημιστική της καμπάνια και στη ρωσική γλώσσα.





Τέλος, παρακαλούνται όσοι διαθέτουν ή γνωρίζουν οτιδήποτε σχετικό που μπορεί να αφορά το "Φάκελο ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ" ας επικοινωνήσουν ανώνυμα με το blog.


Ακόμη και αν αυτό θεωρείται ήδη γνωστό!

Περί Πανεπιστημιακού Ασύλου συνέχεια

Ήταν 14.4.2009 όταν δημοσιεύσαμε την ανάρτησή μας και συγχρόνως την άποψή μας για το θέμα του Πανεπιστημιακού Ασύλου.

(βλ. Πανεπιστημιακό Άσυλο: Μια άποψη)


Στις 18.4.2009 δημοσιεύτηκε στο Βήμα του Σαββάτου η άποψη του Γιώργου Σωτηρέλη, καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Η άποψη του καθηγητή συμβαδίζει με τη δική μας ενισχύοντας την πλευρά όσων βάσιμα πιστεύουν ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος και ίσως δυνατότητα να καταργηθεί το Πανεπιστημιακό Άσυλο.

Διαβάστε πρώτα την ανάρτησή μας και μετά την άποψη του Γιώργου Σωτηρέλη:


ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΕΣ

Η ώρα της δημοκρατικής ευθύνης για το άσυλο

Γιώργος Σωτηρέλης | Σάββατο 18 Απριλίου 2009

"Η πρόσφατη πομπώδης καταγγελία του ασύλου από τον Πρωθυπουργό στη Βουλή αποτέλεσε το αποκορύφωμα σειράς παρόμοιων επιθέσεων, κύριο χαρακτηριστικό των οποίων είναι ο φαρισαϊσμός και η δημιουργία παραπλανητικών εντυπώσεων.

Το πρώτο που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι η συζήτηση διεξάγεται σε λάθος βάση.

Το άσυλο δεν είναι μια ελληνική ιδιαιτερότητα, όπως ακούγεται συχνά. Είναι μια δημοκρατική κατάκτηση, που συνδέεται στενά με την ιδιαίτερη φυσιογνωμία του Πανεπιστημίου, δηλαδή τόσο με την ακαδημαϊκή ελευθερία, την οποία θωρακίζει, όσο και με το αυτοδιοίκητο, το οποίο εξειδικεύει.

Ισχύει, δε, σε όλες τις προηγμένες δημοκρατικά χώρες, ως συνταγματικό έθιμο ή ως συνταγματική πρακτική, βάσει των οποίων είτεη Αστυνομία δεν μπορεί να εισέλθει στον χώρο του Πανεπιστημίου χωρίς την άδεια των πρυτανικών αρχώνείτεη διαφύλαξη της τάξης εντός του πανεπιστημιακού χώρου ανήκει σε σώματα που βρίσκονται υπό τις διαταγές των πρυτανικών αρχών.

Η μόνη λοιπόν συζητήσιμη ιδιαιτερότητα της χώρας μας αφορά τη νομοθετική του εξειδίκευση.

Στο σημείο δε αυτό είναι χρήσιμος ένας παραλληλισμός. Το πανεπιστημιακό άσυλο είναι απολύτως παρεμφερές με το άσυλο κατοικίας. Το πρώτο είναι θεσμική εγγύηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας ενώ το δεύτερο της ιδιωτικότητας.

Υπό αυτή την έννοια, δεν πρόκειται απλώς για άσυλο ιδεών, όπως λέγεται συχνά, υπό το πρίσμα μιας περιοριστικής- ή και υποβολιμαίας προσέγγισης.

Το πανεπιστημιακό άσυλο προστατεύει προεχόντως έναν συγκεκριμένο χώρο, ως βιόσφαιρα συνταγματικά κατοχυρωμένων ακαδημαϊκών δικαιωμάτων (επιστήμης, έρευνας και διδασκαλίας).

Όπως δε είναι αναγκαία για το άσυλο κατοικίας η νομοθετική οριοθέτησή του, εξίσου αναγκαία είναι και για το πανεπιστημιακό άσυλο, εν όψει μάλιστα και του ότι η ταραγμένη μετεμφυλιακή περίοδος, με αποκορύφωμα τη δικτατορία, έθεσαν με εντελώς διαφορετικούς όρους το ζήτημα στη χώρα μας.

Τι έφταιξε όμως και το άσυλο ανήχθη σε μείζον πρόβλημα, παρ΄ ότι δεν έχει ως τώρα παραβιασθεί από τη δημόσια εξουσία;

Η απάντηση είναι απλή:

Η μεγάλη παθογένεια του μεταπολιτευτικού Πανεπιστημίου, με ραγδαία επιδείνωση τελευταία, είναι η καταχρηστική αξιοποίηση του ασύλου, το οποίο εκλαμβάνεται σαν μια γκρίζα ζώνη που επιτρέπει, ερήμην των εγγυήσεων του κράτους δικαίου, την επιβολή ενός καθεστώτος ανομίας, βίας και ιδεολογικής τρομοκρατίας από διάφορες ιδιωτικές εξουσίες (συχνά μάλιστα στο όνομα αντιεξουσιαστικών αρχών...).

Η όλη συζήτηση, επομένως, δεν αφορά το άσυλο καθαυτό αλλά την προσχηματική επίκλησή του, που καταστρατηγεί έναν βασικό κανόνα της Δημοκρατίας:

Ότι η ελευθερία του ενός σταματάει εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου.

Φθάνουμε λοιπόν στο κρίσιμο ερώτημα:

Θα ήταν λύση η κατάργηση του ασύλου; Θεωρώ ότι αυτή η πρόταση είναι πολλαπλά προβληματική.

Πρώτον, διότι θυμίζει το γνωστό: «πονάει πόδι, κόβει κεφάλι».

Δεύτερον, διότι ανάλογα φαινόμενα παρατηρούνται και σε χώρους που δεν προστατεύονται από το άσυλο (όπως ιδίως συνέβη με τα «δεκεμβριανά»...).

Τρίτονδε, και σπουδαιότερον, διότι η κατάργηση του ασύλου είναι μια εύκολη υπεκφυγή.

Ειδικότερα:

Η σημερινή νομοθεσία για το άσυλο επιτρέπει την άρση του είτε έπειτα από άδεια του πρυτανικού συμβουλίου (κατά πλειοψηφία πλέον) είτε με απόφαση του εισαγγελέα, αν διαπράττεται αυτόφωρο κακούργημα ή αυτόφωρο έγκλημα κατά της ζωής.

Στο σημείο αυτό λοιπόν εντοπίζεται ένα μείζον έλλειμμα δημοκρατικής ευθύνης, που αποτελεί και τη ρίζα του προβλήματος.

Πρόκειται, πρώτον, για έλλειμμα της πολιτείας, που παραλύει συνήθως μπροστά στον φόβο του πολιτικού κόστους και αρνείται κάθε ανάμειξη, αφήνοντας το Πανεπιστήμιο στο έλεος της ανομίας ακόμη και όταν είναι προφανές ότι συντελούνται τα αδικήματα που προβλέπει ο νόμος.

Πρόκειται όμως, παράλληλα, και για έλλειμμα της αυτοδιοίκησης των ΑΕΙ, που υπονομεύει εκ βάθρων τη δημοκρατική νομιμότητα.

Εδώ βεβαίως δεν πρόκειται μόνο για ζήτημα πολιτικού κόστους.

Στον πυρήνα του βρίσκεται ένα ιδιότυπο πελατειακό σύστημα, που συνδυάζει με τον χειρότερο τρόπο τις γενικότερες σχέσεις πατρωνίας με ορισμένες ιδιότυπες σχέσεις πανεπιστημιακής συναλλαγής, οι οποίες αποτελούν το καρκίνωμα της πανεπιστημιακής αυτοδιοίκησης.

Είναι μια κατάσταση πολύ χειρότερη από την παραδοσιακή κομματικοποίηση.

Οχι μόνο διότι συνήθως απουσιάζει κάθε σχετικός ιδεολογικοπολιτικός προβληματισμός αλλά ιδίως διότι τα κόμματα έχουν υποκατασταθεί από ποικίλα κέντρα επιρροής, που στην πλειονότητά τους υπηρετούν αδιαφανείς και ιδιοτελείς επιδιώξεις.

Εφταιξε βέβαια και η νομοθεσία για την έμμεση συμμετοχή των φοιτητών στις πρυτανικές εκλογές, διότι επέτρεψε στις φοιτητικές παρατάξεις, προϊούσης και της αποπολιτικοποίησης, να καταστούν ιδιότυποι πολιτικοί διαμεσολαβητές, ερήμην αρχών και αξιών, συχνά δε με νοοτροπία πολιτικού κοτζαμπασισμού.

Ωστόσο, με την πρόσφατη καθιέρωση της άμεσης ψηφοφορίας δεν απέμεινε πλέον κανένα άλλοθι, προκειμένου να δοθούν πρόσφορες πολιτικές απαντήσεις.

Κυβέρνηση, κόμματα και φορείς της ακαδημαϊκής κοινότητας οφείλουν να εγκύψουν με σοβαρότητα στο πρόβλημα- χωρίς μικροκομματικές ή συντεχνιακές εξάρσεις- και να συμφωνήσουν σε ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο αντιμετώπισής του, που θα υπακούει σε τρεις απαρέγκλιτες αρχές:

Πρώτον,την πλήρη προστασία του ασύλου, ως θεσμικής εγγύησης της ακαδημαϊκής ελευθερίας.

Δεύτερον, τη χωρική οριοθέτησή του ώστε να καλύπτει, όπως και το άσυλο κατοικίας, μόνο τον «περίκλειστο» χώρο των ΑΕΙ (δηλαδή κτίρια και περίβολο).

Τρίτον,την αυστηρή τυποποίηση των περιπτώσεων που δεν καλύπτονται από το άσυλο, με ιδιαίτερη έμφαση στους βανδαλισμούς και στις καταπατήσεις των δικαιωμάτων που εξειδικεύουν την ακαδημαϊκή ελευθερία.

Κάθε παραβίαση θα διαπιστώνεται απλώς από το πρυτανικό συμβούλιο- ενδεχομένως έπειτα από αιτιολογημένη εισήγηση αρμόδιου εισαγγελικού λειτουργού- και θα συνεπάγεται, αυτόματα, άρση του ασύλου, από ειδικά εκπαιδευμένη αστυνομική δύναμη.

Είναι προφανές, εν όψει των ανωτέρω, ότι το άσυλο δεν είναι μόνο ζήτημα του Πανεπιστημίου.

Είναι ζήτημα Δημοκρατίας.

Η Δημοκρατία όμως προϋποθέτει δημοκρατική ευθύνη. Διαφορετικά δεν θα μπορέσει να αντιμετωπίσει ούτε τις σειρήνες του αυταρχισμού αλλά ούτε και τις λαϊκιστικές παρεκτροπές της..."


Η κότα που γέννησε το πράσινο αυγό



Τη φωτογραφία τη βρήκαμε στο blog του Γιώργου Κ. Κρόγια.

Η λεζάντα γράφει:

"Εύχομαι το Άγιο Φως να φωτίσει τα πάντα γύρω μας. Για να γίνει πιο ευδιάκριτη η αλήθεια από το ψέμα...

krogias.blogspot.com".


Δεν χρειάζεται Θεία Φώτιση για να καταλάβουμε ότι δεν χρειαζόμαστε ούτε πράσινα αυγά, ούτε γαλάζια χορτάρια για να σωθούμε.

Την ελευθερία μας μπορούμε να έχουμε;

Το δρόμο και τον τρόπο θα τον βρούμε μόνοι μας.

Που βρίσκεται η Ντόρα Μπακογιάννη;



Στα Χανιά οικογενειακώς βρίσκεται η Ντόρα Μπακογιάννη επ' ευκαιρία των ημερών.

Βρίσκεται όμως και στο ανώτερο σημείο της πολιτικής της καριέρας και έτοιμη για την πρωθυπουργία.

Πέρα δηλαδή από τον Κώστα Καραμανλή, ο Γιώργος Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ ως κόμμα εξουσίας, θα πρέπει να έχει σε στενό μαρκάρισμα και την υπουργό εξωτερικών και να προβλέπει τις κινήσεις της.

Η κα Μπακογιάννη έχει στήσει μια πολύ δυνατή ομάδα στο υπουργείο με οικογενειακά κυριολεκτικά στελέχη και άλλα της απολύτου εμπιστοσύνης.

Το Γραφείο της Υπουργού είναι πλήρως εξοπλισμένο και με τεχνικά μέσα αφού διαθέτει ακόμη και κινητό τηλεοπτικό συνεργείο που την ακολουθεί στις δημόσιες εμφανίσεις της απαθανατίζοντας τις στιγμές.

Η Ντόρα αποδείχθηκε πολύ δραστήρια στο εξωτερικό, "ξεκουράζοντας" τον πρωθυπουργό από συναντήσεις υψηλού επιπέδου, που την αναγκάζουν να πετάει συνεχώς.

Άλλο που δεν ήθελε βέβαια και η ίδια αφού ως γνωστό ο δρόμος προς το Μαξίμου περνά από τις ξένες πρωτεύουσες και καλά θα κάνουν να το μάθουν αυτό κάποιοι αδικαιολόγητα φιλόδοξοι υπουργοί που μπορούν να σταθούν πολύ καλά μέχρι την Ελληνική επαρχία.

Η υπουργός δρομολογεί μια πιο ενεργή συμμετοχή της Ελλάδος στα μελλοντικά σχέδια του Μπαράκ Ομπάμα για την περιοχή του τόξου Αφγανιστάν-Ιράκ.

Θα επισκεφτεί μάλιστα την Ιρακινή πρωτεύουσα σύντομα ενώ δεν αποκλείεται και η αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων όπου είναι απαραίτητο.

Ας σημειωθεί ότι από τις χώρες που έσπευσαν και καταδίκασαν την πρόσφατη εκτόξευση πυραύλου από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κορέας την 5η Απριλίου, σε παράβαση της Απόφασης 1718 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, είναι και η Ελλάδα.

Δεν είναι υπερβολή λοιπόν να πούμε ότι η Ντόρα βρίσκεται ένα βήμα πριν την πρωθυπουργία αν οι πολιτικές εξελίξεις το επιτρέψουν.

Μέσα λοιπόν στα πολλά πιθανά σενάρια προεκλογικών τακτικών θα πρέπει να προστεθεί και άλλο ένα αυτό της ουσιαστικά παράδοσης της ηγεσίας του κόμματος στην κα Μητσοτάκη (δεν κάναμε λάθος στο όνομα) κατά τον ίδιο τρόπο που παρέδωσε το "δαχτυλίδι" ο Κώστας Σημίτης στο Γιώργο Παπανδρέου.

Δεν είναι να κάνει κάποιος εδώ κάτι που προσβάλλει τους θεσμούς. Τελικά μπορεί να γίνει παράδειγμα για τις επόμενες γενιές σύμφωνα με το ρητό "ο σκοπός αγιάζει τα μέσα".

Έτσι λίγο λίγο επιστρέψαμε σχεδόν εκεί που ξεκινήσαμε.

Η φωτογραφία από ομιλία της υπουργού με αφορμή την έκθεση «Ο Άθως και η Βυζαντινή Αυτοκρατορία - Θησαυροί του Αγίου Όρους», που οργανώθηκε από το Υπουργείο Εξωτερικών, εγκαινιάστηκε από τον Πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή και τον Οικουμενικό Πατριάρχη στο Petit Palais του Παρισιού στις 9 Απριλίου και θα διαρκέσει ως τις 5 Ιουλίου.

Την έκθεση οι Έλληνες δεν την έχουν δει αφού παρουσιάζεται για πρώτη φορά στη Γαλλική πρωτεύουσα. Ντροπή!

Βρέθηκε θησαυρός ή άνθρακας στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά;




Το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά ήταν ανέκαθεν το αγαπημένο αντικείμενο συζήτησης των δημάρχων της πόλης.

Αφού ακόμη και σήμερα δεν υπάρχει καμία γνήσια πολιτική θέληση ούτε καν πραγματικό ενδιαφέρον για να αναδειχθεί το πολιτιστικό παρελθόν και παρόν του ευρύτερου Πειραιά βολεύει όλους η αντιπαράθεση να περιορίζεται στα πέριξ της Πλατείας Κοραή δηλαδή στο Δημαρχείο, στο Δημοτικό Θέατρο και στη Ράλλειο.

Έχουμε αναφερθεί ήδη τόσο στο Δημοτικό Θέατρο (βλ. Δημοτικό Θέατρο Πειραιά: Να ζει κανείς ή να μη ζει;) όσο και στη Ράλλειο (Το σήριαλ της Ραλλείου Σχολής κρατά 40 χρόνια) που είναι η άλλη πλευρά του θέματος που αφορά το Δημαρχείο.




Ειδικά για το Δημοτικό Θέατρο, οι εργασίες που πραγματοποιούνται εκεί αναδεικνύουν ότι μάλλον η γνωστή Ελληνική "φαγωμάρα" υπήρχε και κατά την κατασκευή του.

Το κτήριο φημίζεται από παλιά ότι είναι τάχα πιστό αντίγραφο του θεάτρου Μπολσόι και ότι ξεχωρίζει ως κατασκευή τεχνικά ως προς τη δομή του και τις δυνατότητες που παρείχε και καλλιτεχνικά ως προς τη διακόσμησή του και την αίσθηση που προκαλεί.




Στη φωτογραφία (κάντε κλικ για μεγαλύτερη) το Θέατρο Μπολσόι στη Μόσχα για τις συγκρίσεις.




Η "φαγωμάρα" αναφέρεται κυρίως στο φάγωμα των χρημάτων που πιστώθηκαν για την ανέγερση του κτηρίου (κράτησε ένδεκα χρόνια) καθώς αυτό είναι φανερό τώρα που απογυμνώθηκε η κατασκευή λόγω των εργασιών αναπαλαίωσης και ανακαλύπτονται συνέχεια κακοτεχνίες και πασαλήματα που θυμίζουν προσφυγικές κατοικίες παρά δημόσιο κτήριο.




Στο μπροστινό μέρος κάτω από τις πλάκες του πεζοδρομίου ανακαλύφθηκε μάλιστα και κάτι που μπορεί ίσως να ενδιαφέρει την αρχαιολογική υπηρεσία.





Έχει βέβαια διαρρεύσει ότι εντοπίστηκαν οι μηχανισμοί της παλιάς σκηνής του θεάτρου που με αυτούς ήταν δυνατό να γίνει το ένα ή το άλλο συντηρώντας έτσι ένα μύθο που μάλλον στα επαρχιώτικα και αταξίδευτα μυαλά έχει δημιουργηθεί και δεν αντέχει σε καμία σύγκριση.

Για να δημιουργηθεί ένας πραγματικός μύθος δε χρειάζεται βέβαια "φαγωμάρα" αλλά χαρά και εργασία ωστόσο εμείς μόνο το πρώτο είμαστε διατεθειμένοι να προσφέρουμε.


Επικοινωνία: