Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2010

Σεμινάριο (και) Πληροφορικής




Η Πανελλήνια Ένωση Καθηγητών Πληροφορικής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης διοργανώνει ημερίδα με θέμα: «ΠΕΚαΠ 2.0-10 > Από το έτος της δια βίου μάθησης (1996) στο έτος της δημιουργικότητας και της καινοτομίας (2009)».

Η ημερίδα θα πραγματοποιηθεί στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2010 (ώρες 12.00- 15.00), στο Υπουργείο Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων (Α. Παπανδρέου 37, Μαρούσι), στην αίθουσα εκδηλώσεων “Jacqueline de Romilly” * (Πληροφορίες: Αν. Πασχαλίδου, Τηλέφωνο: 210-3442238).

Την ημερίδα μπορούν να παρακολουθήσουν, χωρίς δαπάνη για το δημόσιο, εκπαιδευτικοί κλάδων ΠΕ19 και ΠΕ20.

* Η Jacqueline de Romilly είναι μια εξέχουσα ελληνίστρια της εποχής μας με διεθνή αναγνώριση.

Ανάλωσε τη ζωή της στη μελέτη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας.

Καρπός αυτής της αφοσίωσης είναι περισσότερα από είκοσι βιβλία για τα μεγάλα κλασικά κείμενα, το αρχαίο θέατρο και τους τραγικούς, τον Όμηρο και τους σοφιστές, τα προβλήματα της ελληνικής δημοκρατίας, τον ανθρωπισμό στην ελληνική σκέψη και την εξέλιξη του νόμου στα κλασικά κείμενα. Το κύριο όμως αντικείμενο των μελετών της παραμένει ο Θουκυδίδης, στον οποίον, εκτός από τη μετάφραση του έργου του, αφιέρωσε πολλές μελέτες, οι οποίες την ανέδειξαν σε διεθνές επίπεδο.

Η ζωή της είναι μια αδιάκοπη σειρά συγγραφής και διδασκαλίας. Είναι ομότιμος καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και επί σειρά ετών, δίδαξε στο College de France. Είναι μέλος της Academie des Inscriptions et Belles Lettres. Επιστέγασμα όλων, η εκλογή της, το 1989, στη Γαλλική Ακαδημία.

Η αδιάκοπη προσφορά της στα ελληνικά γράμματα αναγνωρίστηκε με την εκλογή της στην Ακαδημία Αθηνών.

Τιμήθηκε με το Βραβείο Ωνάση 1995 και, σε ειδική τελετή, ονομάστηκε δημότης Αθηναίων.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1995 με Προεδρικό Διάταγμα η Jacqueline de Romilly πολιτογραφήθηκε Ελληνίδα.

[Η πολιτογράφηση Έλληνα θεωρείτο κάποτε τιμητική διάκριση. Σήμερα η Ελληνική κυβέρνηση προωθεί την βιομηχανοποίηση της πολιτογράφησης αλλά και την αφανή όσο και πρόδηλη εμπορευματοποίηση της διαδικασίας στο πλαίσιο του διεφθαρμένου και απολίτιστα βάρβαρου κράτους.]

Απόσπασμα από το βιβλίο: Jacqueline de Romilly, Πόσο επίκαιρη είναι η Αθηναϊκή Δημοκρατία σήμερα; Συνομιλίες με τον Fabrice Amedeo, μτφρ. Ελένη Οικονόμου, Ερμής, Αθήνα 2008:



Fabrice Amedeo: Αναφερθήκαμε στις αξίες που μετέδωσε η αθηναϊκή δημοκρατία. Στην πρώτη σειρά δεσπόζει η ελευθερία, μια αξία ακόμη θεμελιώδης σήμερα και θεμέλιος λίθος κάθε δημοκρατίας. Τι νοείται ως ελευθερία στην Ελλάδα του 5ου αιώνα π.Χ.;

Jacqueline de Romilly: Έχετε δίκιο που μου κάνετε αυτήν την ερώτηση, αφού ο ορισμός δεν είναι ακριβώς ο ίδιος με αυτόν που θα δίναμε σήμερα.

Προτού όμως διευκρινίσω το περιεχόμενο του όρου, θα ήθελα να θυμίσω ότι το ιδεώδες της ελευθερίας εκδηλωνόταν σε όλα τα ελληνικά κείμενα με εξαιρετική δύναμη και θέρμη.

Και αυτό πριν ακόμη από τη δημοκρατία όπως τη γνωρίσαμε στην Αθήνα: ήδη στον Ηρόδοτο παρακολουθούμε την έκπληξη του βασιλιά των βαρβάρων στην ιδέα ότι οι Αθηναίοι δεν έχουν αρχηγό και ότι μπορούν ωστόσο να αμύνονται.

Είναι πρώτα από όλα ελεύθεροι, υπακούν στο νόμο και όχι σε έναν κυρίαρχο.

Την ίδια ένδειξη ξανασυναντάμε σε ένα έργο του Αισχύλου, τους Πέρσες, που ασχολείται εξίσου με τους Μηδικούς Πολέμους. Στη συνέχεια η λέξη «ελευθερία» ξεπηδά παντού: στον Ευριπίδη, ξανασυναντάμε έτσι την ελευθερία και την ισότητα ως δυο θεμελιώδεις αξίες.

Και η Αθήνα ήταν τόσο υπερήφανη για την ελευθερία της που λάτρευε να την αποκαλούν, θα λέγαμε, «η ελεύθερη Αθήνα».

Αλλά δεν πρέπει να ξεγελιόμαστε, υπάρχει μια διαφορά με τη σύγχρονη έννοια που δίνουμε στη λέξη «ελευθερία».

Στην ελληνική εποχή, με τον όρο αυτό εννοούνταν αδιαμφισβήτητα η μη υπακοή στην αυθαιρεσία του οποιουδήποτε, είτε αυτός ήταν αρχηγός είτε ένας ξένος λαός: αποφάσιζαν μόνοι τους, δεν υπάκουαν.

Oι Αθηναίοι, που γνώρισαν την εξουσία του τυράννου τα προηγούμενα χρόνια, τίμησαν την αντίθεση μεταξύ ελεύθερων ανθρώπων και αυτών που υπάκουαν στην αυθαιρεσία ενός τυράννου. Αυτή ήταν λοιπόν η πρωτότυπη έννοια της ελευθερίας, που είναι διαφορετική από αυτήν που αντιλαμβανόμαστε και εφαρμόζουμε σήμερα.

Σε αυτό το σημείο μου έρχεται στο νου μια αναφορά του ιστορικού Moses Finley, στο έργο του Αρχαία και Σύγχρονη Δημοκρατία: «Oι Αθηναίοι ανακάλυψαν τη δημοκρατία όπως ο Χριστόφορος Κολόμβος την Αμερική.» Πώς ανακάλυψαν οι Αθηναίοι αυτή την ελευθερία, πώς τη βίωσαν αρχικά;

Βλέπουμε στα κείμενα ότι, ήδη στον Όμηρο, υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά μεταξύ δούλου και ελεύθερου ανθρώπου, καθώς και ότι το να ανήκει κανείς σε μια πόλη ή αντίθετα το να θεωρείται κανείς αιχμάλωτος είναι μια θεμελιώδης εμπειρία. Βλέπουμε να εμφανίζεται στα κείμενα η ιδέα της πολιτικής ελευθερίας αφού είναι ζήτημα ελευθερίας μιας πόλης που δεν εξαναγκάζεται στη δουλεία από κάποια άλλη και που αποκτά την ανεξαρτησία της. Και όταν οι Έλληνες αναρωτιούνται σχετικά με το καθεστώς που θα εφαρμόσουν, αποκτούν σιγά σιγά την αίσθηση μιας μορφής διακυβέρνησης στην οποία αυτός που κυβερνά είναι ο λαός: είναι ελεύθερος αφού δεν έχει αρχηγό.

Η σκέψη αυτή αποτελεί το σημείο αφετηρίας της ιδέας της ελευθερίας και βλέπετε ότι είναι καταρχάς συνδεδεμένη με την ανεξαρτησία της πόλης […]. Αναπτύχθηκε λοιπόν ως χαρακτηριστικό ενός συνόλου πολιτών που γλύτωσαν από τη σκλαβιά.

Σήμερα, επιμένουμε στην ελευθερία του ατόμου. Πρόκειται για μια ξένη έννοια στον ελληνικό κόσμο;

O όρος «ξένη» είναι ίσως υπερβολικός, αλλά είναι μια έννοια στην οποία η διαφορά είναι μεγάλη. Είναι μεγάλη επειδή οι άνθρωποι σήμερα έχουν εύκολα την εντύπωση ότι, σε έναν πιο σύγχρονο κόσμο, η πολιτική αυτή ελευθερία δεν είναι τα πάντα.

Υπάρχει μια διάσημη κριτική του Benjamin Constant (συγκεκριμένα στο De l’esprit de conquête et de l’usurpation) που εξηγεί ότι δεν υπήρχε ελευθερία στην Αθήνα επειδή δεν υπήρχε η ελευθερία όπως την εκφράζουμε εμείς, δηλαδή η ελευθερία του ατόμου.

Όλα εξαρτώνται από την οπτική στην οποία θέλουμε να επιμείνουμε. Oι Αθηναίοι ένιωθαν ελεύθεροι επειδή ανήκαν σε μια ελεύθερη πόλη: το γεγονός ότι ανήκαν στην πόλη τους έδινε αυτή την ελευθερία. Για εμάς που ζούμε σε μεγάλα Κράτη, το σημαντικό είναι ο καθένας από εμάς, ανεξάρτητα από τους άλλους, να μπορεί να κάνει αυτό που επιθυμεί. Δεν θα έφτανα στο σημείο να πω ότι δεν είχαν αυτό το αίσθημα στην Αθήνα αλλά είναι σίγουρο ότι το αίσθημα ότι ανήκαν στην πόλη κυριαρχούσε και ότι οι Αθηναίοι δεν θα είχαν ποτέ την ιδέα να διεκδικήσουν την ελευθερία τους ερχόμενοι σε αντίθεση με το καθεστώς, με την πόλη στην οποία ήταν πολίτες.

Αναφερθήκατε στο μέγεθος των σύγχρονων κρατών μας: αυτή η θεμελιώδης εξέλιξη εξηγεί τη ριζική αλλαγή στην έννοια της ελευθερίας; Και, αντίθετα, το μέγεθος των Κρατών μας σήμερα δεν καθιστά πλήρως απαρχαιωμένη την ελληνική έννοια της ελευθερίας;


Θα επιστρέψουμε σε αυτό το κρίσιμο πρόβλημα του κατά πόσον η ελληνική έννοια της ελευθερίας είναι απαρχαιωμένη ή όχι και του μηνύματος που μπορούμε να συνάγουμε σήμερα. Όσον αφορά το μέγεθος των Κρατών μας, δεν θα μπορούσα να επιδοθώ σε μια τόσο αποφασιστική κατάφαση: έχω την πεποίθηση ότι υπάρχει μια εξέλιξη στη σκέψη και ότι η ελληνική έννοια της ελευθερίας είχε ανάγκη από διόρθωση από πολλές απόψεις.

Η διάθεση για ελευθερία που έχει επιβληθεί στον σύγχρονο κόσμο μας δεν μπορεί να αναπτυχθεί μόνο λειτουργικά με το μέγεθος των Κρατών. Oυσιαστικά, η εξέλιξη ήταν δυνατή: μπορούμε να πούμε ότι κατέληξε σε αυτόν τον ξέφρενο ατομικισμό όπου καταλήγει κανείς να μη νοιάζεται πλέον για τη συλλογικότητα.

Για αυτό, ελπίζω, οι συζητήσεις μας σήμερα θα μας επιτρέψουν να δούμε ως προς τι είναι ξεπερασμένη η ελληνική αντίληψη αλλά ως προς τι θα ήταν επείγον να εμπνευστούμε από αυτήν.


Έχουμε την εντύπωση ότι η έννοια της ελευθερίας όπως τη σκεφτόμαστε σήμερα και όπως την σκέφτονταν στην Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ. καλύπτει απολύτως αντίθετες πραγματικότητες. Η χρήση του όρου ελευθερία και για τις δύο περιπτώσεις δεν μπορεί να μας οδηγήσει σε κάποιο λάθος;

Όχι, δεν νομίζω. Είναι μια λέξη εξαιρετικά ευρεία. Η ιδέα της ελευθερίας φέρει διαφορετικές απόψεις, διαφορετικές διαβαθμίσεις, διαφορετικά πλαίσια σκέψης. Είναι φυσιολογικό για μια τόσο σημαντική έννοια, να υπάρχουν διαφορετικές οπτικές γωνίες. Πιστεύω ότι είναι ουσιαστικά το ίδιο πράγμα αλλά ότι το ζήτημα είναι ο ορισμός κάθε φορά της εμβέλειας που δίνουμε σε αυτή τη λέξη.

Η ελληνική ελευθερία δεν είναι πιο κοντά σε αυτό που ονομάζουμε σήμερα πολιτειακή συνείδηση;

Πράγματι –δίχως ίχνος αμφιβολίας– είναι συνδεδεμένη με αυτό, αλλά δεν είναι κοντά. Όταν οι Αθηναίοι αισθάνονταν ελεύθεροι, ήταν μια κατάσταση εκ των πραγμάτων, μια λάμψη, μια ισχύς στον κόσμο, ενώ όταν μιλούσαν για τη συνείδηση του πολίτη, επρόκειτο για μια αρετή του καθενός. Το ένα ήταν συνδεδεμένο με το άλλο, αλλά δεν ήταν καθόλου το ίδιο πράγμα.

Σήμερα, το άτομο έχει τη δυνατότητα να αντιταχθεί στο Κράτος στο όνομα της ατομικής ελευθερίας. Ένας Έλληνας, εάν μπορούσε να δει τον κόσμο μας, δεν θα έκρινε ότι η ελευθερία μας είναι το χειρότερο πράγμα για τον κοινωνικό ιστό και την πολιτική οργάνωση;

Θα είχε εν μέρει δίκιο. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε τη φανταστική ακτινοβολία αυτής της ιδέας της ελευθερίας, των ορίων αυτής της σκέψης εάν τη συγκρίνουμε με τη δική μας, αλλά εξίσου με τη βαθιά της έννοια όσον αφορά ορισμένες υπερβολές που γνωρίζουμε. Είναι απαραίτητο σε αυτό το στάδιο να μιλήσουμε για το νόμο: σήμερα, ο νόμος θεωρείται κάτι εχθρικό και νεφελώδες, κάτι που βαραίνει και ενάντια στο οποίο πρέπει να αγωνιστούμε, ενώ για τους Αθηναίους ο νόμος ήταν η προστασία της ελευθερίας τους, της ασφάλειάς τους και της ζωής τους που ανθούσε σε μια πόλη.
[…]

Αντίθετα με τη σημερινή τάση που αποτελείται από την αντίθεση μεταξύ ατομικής ελευθερίας και νόμου, στην Αθήνα οι δύο αυτές έννοιες είναι ιδιαίτερα συνδεδεμένες, θα μπορούσαμε ακόμη να πούμε ότι ο νόμος είναι προϋπόθεση για τη δυνατότητα ύπαρξης της ελευθερίας;

Ναι, απολύτως. Με θλίβει όταν βλέπω ότι αυτό είναι δύσκολο να γίνει κατανοητό από ορισμένους νέους σήμερα. Στις Ικέτιδες, ένα κείμενο το οποίο ανέφερα και πρωτύτερα, αφού ο Ευριπίδης κλείνει με την ελευθερία και την ισότητα, είναι για να πει ότι οι δύο αυτοί όροι είναι συνδεδεμένοι με την ύπαρξη γραπτών νόμων, που ισχύουν για όλους ανεξαιρέτως.

O νόμος είναι η βάση που εξασφαλίζει την ελευθερία του ανθρώπου σε ένα Κράτος.

Μου έρχεται στο νου ένα πολύ ωραίο απόσπασμα από τον λόγο του Δημοσθένη Κατά Μειδίου, άρα από την αρχή του 4ου αιώνα, όπου ο ρήτορας αναρωτιέται γιατί οι αθηναίοι ένορκοι επιστρέφουν σπίτι τους δίχως να κοιτάζουν πίσω τους εάν τους ακολουθεί κάποιος, γιατί δεν φοβούνται.

Και για να απαντήσουμε, είναι επειδή γνωρίζουν ότι τους προστατεύει ο νόμος. O νόμος δεν είναι φυσικά κάποιος που θα έρθει με ένα ρόπαλο για να σώσει κάποιον που δέχεται επίθεση, αλλά ο Δημοσθένης εξηγεί ότι οι πολίτες είναι που εφαρμόζουν τους νόμους και οι νόμοι που έχουν ισχύ στους πολίτες.

Επειδή αυτοί οι νόμοι γίνονται σεβαστοί μπορεί κανείς να υπολογίσει σε μια δημόσια τάξη.

Είπα ότι αυτή η αθηναϊκή ελευθερία έγινε γνωστή ως το αντίθετο της υπακοής σε έναν τύραννο, έναν αρχηγό, αλλά πρέπει να πάμε λίγο πιο μακριά: παρουσιάζεται σε αυτό το κείμενο του Δημοσθένη ως η προστασία ενάντια στο θράσσος και τις καταχρήσεις των πλουσίων απέναντι στους φτωχούς, ενάντια στους ανθρώπους που έχουν ένα μέσο πίεσης, που έχουν υπεροχή λόγω περιουσίας.

O Δημοσθένης εξηγεί λοιπόν ότι εάν θέλουμε οι πλούσιοι να μην προσβάλουν τους φτωχούς, οι ισχυροί να μην επιτίθενται στους αδύναμους, δεν υπάρχει παρά ένα πράγμα να κάνουμε: να επιβάλουμε το σεβασμό στο νόμο.

O νόμος είναι άρα άμεσα συνδεδεμένος για αυτούς με τη δημοκρατική ελευθερία.

Υπήρξε ωστόσο μια κρίση του νόμου τον 5ο αιώνα. Φωνές υψώθηκαν για να ρωτήσουν τι τους υποχρέωνε να έχουν νόμους. Oρισμένοι σοφιστές έγραψαν κείμενα για να πουν ότι ο νόμος, ακόμη και αν δεν έχει μακρινά θρησκευτικά θεμέλια, ήταν ο απαραίτητος όρος για να έχουν οι άνθρωποι την ασφάλειά τους και την ευημερία τους εξασφαλισμένες.

O λόγος σας προβληματίζει ιδιαίτερα έναν πολίτη του 21ου αιώνα αφού σήμερα ο νόμος εγγυάται την ελευθερία των ατόμων ενώ στην ελληνική εποχή η υπακοή στο νόμο σήμαινε να είναι κανείς ελεύθερος πολίτης.

Ναι, αφού αυτό σημαίνει υπακοή στο νόμο περισσότερο από ότι στην αυθαιρεσία κάποιου, υπακοή σε έναν κοινό κανόνα που υιοθετήθηκε επειδή κρίθηκε χρήσιμος για όλους.

Ας μην ξεχνάμε ότι η Αθήνα έβγαινε από ένα καθεστώς τυραννίδας ή, εάν θέλετε, δικτατορίας. Υπό ένα τέτοιο καθεστώς, ο νόμος, όπως λέει ο Ευριπίδης, ανήκει στον τύραννο.

Είναι το καθεστώς της αυθαιρεσίας.

Επικοινωνία: