Κυριακή 19 Απριλίου 2009

Που βρίσκεται η Ντόρα Μπακογιάννη;



Στα Χανιά οικογενειακώς βρίσκεται η Ντόρα Μπακογιάννη επ' ευκαιρία των ημερών.

Βρίσκεται όμως και στο ανώτερο σημείο της πολιτικής της καριέρας και έτοιμη για την πρωθυπουργία.

Πέρα δηλαδή από τον Κώστα Καραμανλή, ο Γιώργος Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ ως κόμμα εξουσίας, θα πρέπει να έχει σε στενό μαρκάρισμα και την υπουργό εξωτερικών και να προβλέπει τις κινήσεις της.

Η κα Μπακογιάννη έχει στήσει μια πολύ δυνατή ομάδα στο υπουργείο με οικογενειακά κυριολεκτικά στελέχη και άλλα της απολύτου εμπιστοσύνης.

Το Γραφείο της Υπουργού είναι πλήρως εξοπλισμένο και με τεχνικά μέσα αφού διαθέτει ακόμη και κινητό τηλεοπτικό συνεργείο που την ακολουθεί στις δημόσιες εμφανίσεις της απαθανατίζοντας τις στιγμές.

Η Ντόρα αποδείχθηκε πολύ δραστήρια στο εξωτερικό, "ξεκουράζοντας" τον πρωθυπουργό από συναντήσεις υψηλού επιπέδου, που την αναγκάζουν να πετάει συνεχώς.

Άλλο που δεν ήθελε βέβαια και η ίδια αφού ως γνωστό ο δρόμος προς το Μαξίμου περνά από τις ξένες πρωτεύουσες και καλά θα κάνουν να το μάθουν αυτό κάποιοι αδικαιολόγητα φιλόδοξοι υπουργοί που μπορούν να σταθούν πολύ καλά μέχρι την Ελληνική επαρχία.

Η υπουργός δρομολογεί μια πιο ενεργή συμμετοχή της Ελλάδος στα μελλοντικά σχέδια του Μπαράκ Ομπάμα για την περιοχή του τόξου Αφγανιστάν-Ιράκ.

Θα επισκεφτεί μάλιστα την Ιρακινή πρωτεύουσα σύντομα ενώ δεν αποκλείεται και η αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων όπου είναι απαραίτητο.

Ας σημειωθεί ότι από τις χώρες που έσπευσαν και καταδίκασαν την πρόσφατη εκτόξευση πυραύλου από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κορέας την 5η Απριλίου, σε παράβαση της Απόφασης 1718 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, είναι και η Ελλάδα.

Δεν είναι υπερβολή λοιπόν να πούμε ότι η Ντόρα βρίσκεται ένα βήμα πριν την πρωθυπουργία αν οι πολιτικές εξελίξεις το επιτρέψουν.

Μέσα λοιπόν στα πολλά πιθανά σενάρια προεκλογικών τακτικών θα πρέπει να προστεθεί και άλλο ένα αυτό της ουσιαστικά παράδοσης της ηγεσίας του κόμματος στην κα Μητσοτάκη (δεν κάναμε λάθος στο όνομα) κατά τον ίδιο τρόπο που παρέδωσε το "δαχτυλίδι" ο Κώστας Σημίτης στο Γιώργο Παπανδρέου.

Δεν είναι να κάνει κάποιος εδώ κάτι που προσβάλλει τους θεσμούς. Τελικά μπορεί να γίνει παράδειγμα για τις επόμενες γενιές σύμφωνα με το ρητό "ο σκοπός αγιάζει τα μέσα".

Έτσι λίγο λίγο επιστρέψαμε σχεδόν εκεί που ξεκινήσαμε.

Η φωτογραφία από ομιλία της υπουργού με αφορμή την έκθεση «Ο Άθως και η Βυζαντινή Αυτοκρατορία - Θησαυροί του Αγίου Όρους», που οργανώθηκε από το Υπουργείο Εξωτερικών, εγκαινιάστηκε από τον Πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή και τον Οικουμενικό Πατριάρχη στο Petit Palais του Παρισιού στις 9 Απριλίου και θα διαρκέσει ως τις 5 Ιουλίου.

Την έκθεση οι Έλληνες δεν την έχουν δει αφού παρουσιάζεται για πρώτη φορά στη Γαλλική πρωτεύουσα. Ντροπή!

Βρέθηκε θησαυρός ή άνθρακας στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά;




Το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά ήταν ανέκαθεν το αγαπημένο αντικείμενο συζήτησης των δημάρχων της πόλης.

Αφού ακόμη και σήμερα δεν υπάρχει καμία γνήσια πολιτική θέληση ούτε καν πραγματικό ενδιαφέρον για να αναδειχθεί το πολιτιστικό παρελθόν και παρόν του ευρύτερου Πειραιά βολεύει όλους η αντιπαράθεση να περιορίζεται στα πέριξ της Πλατείας Κοραή δηλαδή στο Δημαρχείο, στο Δημοτικό Θέατρο και στη Ράλλειο.

Έχουμε αναφερθεί ήδη τόσο στο Δημοτικό Θέατρο (βλ. Δημοτικό Θέατρο Πειραιά: Να ζει κανείς ή να μη ζει;) όσο και στη Ράλλειο (Το σήριαλ της Ραλλείου Σχολής κρατά 40 χρόνια) που είναι η άλλη πλευρά του θέματος που αφορά το Δημαρχείο.




Ειδικά για το Δημοτικό Θέατρο, οι εργασίες που πραγματοποιούνται εκεί αναδεικνύουν ότι μάλλον η γνωστή Ελληνική "φαγωμάρα" υπήρχε και κατά την κατασκευή του.

Το κτήριο φημίζεται από παλιά ότι είναι τάχα πιστό αντίγραφο του θεάτρου Μπολσόι και ότι ξεχωρίζει ως κατασκευή τεχνικά ως προς τη δομή του και τις δυνατότητες που παρείχε και καλλιτεχνικά ως προς τη διακόσμησή του και την αίσθηση που προκαλεί.




Στη φωτογραφία (κάντε κλικ για μεγαλύτερη) το Θέατρο Μπολσόι στη Μόσχα για τις συγκρίσεις.




Η "φαγωμάρα" αναφέρεται κυρίως στο φάγωμα των χρημάτων που πιστώθηκαν για την ανέγερση του κτηρίου (κράτησε ένδεκα χρόνια) καθώς αυτό είναι φανερό τώρα που απογυμνώθηκε η κατασκευή λόγω των εργασιών αναπαλαίωσης και ανακαλύπτονται συνέχεια κακοτεχνίες και πασαλήματα που θυμίζουν προσφυγικές κατοικίες παρά δημόσιο κτήριο.




Στο μπροστινό μέρος κάτω από τις πλάκες του πεζοδρομίου ανακαλύφθηκε μάλιστα και κάτι που μπορεί ίσως να ενδιαφέρει την αρχαιολογική υπηρεσία.





Έχει βέβαια διαρρεύσει ότι εντοπίστηκαν οι μηχανισμοί της παλιάς σκηνής του θεάτρου που με αυτούς ήταν δυνατό να γίνει το ένα ή το άλλο συντηρώντας έτσι ένα μύθο που μάλλον στα επαρχιώτικα και αταξίδευτα μυαλά έχει δημιουργηθεί και δεν αντέχει σε καμία σύγκριση.

Για να δημιουργηθεί ένας πραγματικός μύθος δε χρειάζεται βέβαια "φαγωμάρα" αλλά χαρά και εργασία ωστόσο εμείς μόνο το πρώτο είμαστε διατεθειμένοι να προσφέρουμε.


Σάββατο 18 Απριλίου 2009

Πάσχα με τον Κώστα Βάρναλη




Ο Κώστας Βάρναλης (1884-1974) είναι ο λαϊκός λογοτέχνης που στενά χρεώθηκε σε ένα πολιτικό χώρο, δικαιολογία ασκεψίας.

Ο λόγος του είναι ξυράφι.

Είναι αλήθεια ότι υπήρχε κάποιος λόγος που τιμήθηκε με το βραβείο Λένιν το 1959. Είχε προηγηθεί όμως το 1956 η αναγνώριση από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών.

Το όνομα Βάρναλης το πήρε από την πόλη της Βουλγαρίας Βάρνα όπου είχαν καταφύγει πολλοί Έλληνες.

Είχε γεννηθεί στο Μπουργκάς (Πύργο) και το επώνυμο του πατέρα του ήταν Μπουμπούς.

Στην τοπική, πολιτική, όπως δηλώνει η ίδια, εφημερίδα της Νέας Ερυθραίας βρίσκουμε ένα κείμενο που αναφέρει τον Κώστα Βάρναλη καλεσμένο σε οικογενειακή συγκέντρωση για το Πάσχα του 1960:

(βλ. http://sepik.net/nea/?p=4563)


Πάσχα στη Νέα Ερυθραία το 1960 με τον ποιητή Κώστα Βάρναλη

"Πάσχα του 1960 και σήμανε συναγερμός στο σπίτι μας.

Εκείνο το Πάσχα, όπως συνηθίζαμε στο σπίτι μας, είχαμε σουβλίσει το αρνί και οι δύο οικογένειες του Γιώργου του Μαγγανά του συνεταίρου του πατέρα μου και οι δικοί μας μαζί με μερικούς συγγενείς απολαμβάναμε το πασχαλινό γεύμα μας.

Κοντεύαμε να τελειώσουμε να αποφάγομε όταν χτύπησε το τηλέφωνο.

Πήγε ο πατέρας μου στο τηλέφωνο, γύρισε και μας είπε:

Έρχεται ο Στέλιος με τον Βάρναλη.

Αμέσως σήμανε συναγερμός.

Ο θείος μου ο Στέλιος ο Τζεδάκης ήταν ο άντρας της θείας μου της Ειρήνης, της μεγαλύτερης αδελφής του πατέρα μου.

Είχε γεννηθεί στην τουρκοκρατούμενη τότε Κρήτη.

Μετά από μια αποτυχημένη εξέγερση ο πατέρας του και η μητέρα του κρυβόντουσαν στις κορφές του Ψηλορείτη.

Εκεί τον γέννησε η μητέρα του, τον τύλιξε στις φασκιές, πήρε μια πέτρα τής έβαλε ένα πανί, το έβαλε για μαξιλάρι.

Η πέτρα είχε ένα εξόγκωμα και στο πίσω μέρος του κεφαλιού του δημιουργήθηκε μία ουλή, ένα βαθούλωμα. Μεγαλώνοντας έβαζα το δάχτυλό μου και έμπαινε μέσα.

Η οικογένεια κατόρθωσε να φύγει και να έρθει στην Αθήνα. Εγκαταστάθηκαν στο Βατραχονήσι, στον Ιλισό, δίπλα στο Παναθηναϊκό Στάδιο.

Πέθανε ο πατέρας του και η μητέρα του παντρεύτηκε άλλον άντρα από τα Γιάννενα.

Στα Γιάννενα που πήγαν γέννησε ένα άλλο αγόρι, έτσι τον θείο μου τον έκλεισαν στο ορφανοτροφείο. Εκεί μεγάλωσε και εκεί μορφώθηκε. Είχε κλήση στη μουσική, έπαιζε πολύ ωραίο φλάουτο και στη ζωγραφική.

Όταν ήρθε ο καιρός, κατατάχτηκε στο στρατό με την ιδιότητα του οδηγού. Του έδωσαν ένα φορτηγό της εποχής εκείνης με συμπαγή λάστιχα και η κίνηση του μοτέρ μετεδίδετο στους τροχούς με χοντρές αλυσίδες σαν αυτές των ποδηλάτων.

Το 1916 το φόρτωσαν με στρατιώτες, επιβιβάστηκαν σε ένα πλοίο στον Πειραιά και ταξίδεψαν έως την Οδησσό για να ενισχύσουν τα στρατεύματα του Τσάρου που πολεμούσαν για να καταπνίξουν την επανάσταση των Μπολσεβίκων.

Όταν έφτασαν εκεί, είχαν επικρατήσει οι Μπολσεβίκοι και με διαταγή που ήρθε, μπήκαν πάλι στο καράβι και ταξίδεψαν με προορισμό τη Σμύρνη, για να λάβουν μέρος στον αγώνα για την απελευθέρωση της Μικράς Ασίας.

Έφτασε μέχρι το Σαγγάριο. Όταν οπισθοχώρησαν οι Έλληνες, λόγω δυσκολίας ανεφοδιασμού, έφτασε μέχρι τη Σμύρνη και μετά στην Αθήνα.

Στην Αθήνα γνώρισε και παντρεύτηκε τη θεία μου. Ήταν πεπρωμένο του να παντρευτεί γυναίκα από τα μέρη που είχε πάει να ελευθερώσει.

Η γνωριμία με τον Βάρναλη

Με τις γνωριμίες που είχε η θεία μου -εργαζόταν στο σπίτι του στρατηγού Μίγδλερ- έπιασε δουλειά ως οδηγός στο μεγαλομέτοχο της Εμπορικής Τράπεζας Νικολόπουλο, σύχναζε στο Κολωνάκι, όπου είχε τα γραφεία ο εργοδότης του και εκεί γνωρίστηκε με τον Βάρναλη.

Έγιναν στενοί φίλοι και συναντιόντουσαν πολύ συχνά στα ταβερνάκια της περιοχής. Πήγαινε και τους συναντούσε και ο πατέρας μου. Ο Βάρναλης του χάρισε το βιβλίο «Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ».

Τώρα ερχόταν ο Βάρναλης στο σπίτι μας.

Η μητέρα μου συγύριζε το τραπέζι, έβαλε καθαρό τραπεζομάντιλο και σερβίτσια και ο πατέρας μου πήρε το τηλέφωνο και ειδοποίησε τους φίλους του.

Το Γιώργο τον Ανδριανό, καθηγητή λογιστικών και διευθυντή λογιστηρίου της υαλουργίας του Μποδοσάκη.

Τον Αντώνη τον Κουνέλα σύμβουλο στη διοίκηση της κοινότητος, τον Νικολή τον Γιώργατζη, τον πατέρα του Γιάννη του Γιώργατζη του αντιδημάρχου.

Το θείο μου το Θανάση, τον αδελφό της μητέρας μου.

Η μητέρα μου ήρθε βρέφος από τη Μικρά Ασία. Ο πατέρας της έμεινε εκεί για να τους περιμένει να γυρίσουν και χάθηκε. Για πατέρα και προστάτη είχε τον αδερφό της, τον Θανάση τους, όπως έλεγε.

Επί Μεταξά με ειδοποίησαν ότι τον Θανάση μας τον είχαν πάει στην Ασφάλεια. Έτρεξα να τον βρω. Τον είχαν σε ένα δωμάτιο μαζί με τον Καρέλη και τον Γκάσταγλη, καθισμένους απάνω σε κολώνες από πάγο. Ήταν μελανιασμένοι από το ξύλο και το κρύο.

Ήρθαν όλοι και σε λίγο ήρθε ο Βάρναλης με τον θείο μου και έναν άλλο κύριο.

Ο Βάρναλης τους χαιρέτησε όλους δια χειραψίας, εγώ καθόμουν στην άκρη της βεράντας, ντράπηκα πολύ όταν ο Βάρναλης ήρθε προς τα εμένα για να με χαιρετήσει.

Σηκώθηκα αμέσως και τον χαιρέτησα.

Κάθισα στο τραπέζι, η μητέρα μου έφερε φρέσκους μεζέδες και μια καράφα κρασί.

«Μην κάνετε φασαρία για εμάς, μόλις σηκωθήκαμε από το τραπέζι», είπε ο Βάρναλης.

Μόνο αν έχετε λίγο χαλβά από τη Σαρακοστή.

Η μητέρα μου αμέσως πήγε και έφερε ένα κομμάτι χαλβά. Ο Βάρναλης τον έκοψε φέτες και ζήτησε κανέλα και λεμόνι. Έβαλε κανέλα πάνω στον χαλβά και έστυψε λεμόνι. Έκοψε ένα κομμάτι και το έφαγε. Ήπιε και μια γουλιά κρασί. Έδειξε ικανοποίηση και ήπιε το υπόλοιπο.

«Είδες που σου έλεγα πως ο Φώτης έχει καλό κρασί;», του είπε ο θείος μου.

«Μα, αυτό είναι υπέροχο», του είπε ο Βάρναλης και πράγματι το κρασί που έφτιαχνε ο πατέρας μου από το αμπέλι μας στο Μορτερό ήταν πολύ καλό.

Με το χαλβά και το καλό κρασί έμειναν μέχρι το βράδυ συζητώντας. Τον ρωτούσαν για την πορεία του κομμουνισμού και πώς είδε τα πράγματα στη Μόσχα, όταν πήγε να παραλάβει το βραβείο Λένιν που του είχε απονεμηθεί.

«Ο χρόνος δουλεύει για τον κομμουνισμό»

«Ο χρόνος δουλεύει για τον κομμουνισμό», είπε, εννοώντας ότι στο μέλλον όλα τα κράτη θα στραφούν προς τον κομμουνισμό για την σωτηρία τους.

Ίσως προέβλεπε την τραγική κατάληξη που έχει σήμερα ο καπιταλισμός.

Δεν γνώριζε, ίσως, ότι τρία γεγονότα είναι απρόβλεπτα: η πρόγνωση του καιρού σε μάκρος χρόνου, η πρόγνωση του σεισμού, πού και πότε θα γίνει και η ιστορική πορεία μιας κοινωνίας.

Πολλές φορές γύριζε και με κοιτούσε.

Ίσως σκεπτόταν, «γιατί κάθεται αυτός ο νέος και μας παρακολουθεί;». Ίσως τον ευχαριστούσε που με έβλεπε και τους άκουγα.

Έφυγαν.

Την άλλη μέρα ήταν από τις λιγοστές φορές που συζήτησα με τον πατέρα μου.

Ο πατέρας μου δεν έλεγε πολλά, ήταν πάντα σιωπηλός, είχε τον τρόπο, όμως, με τη σιωπή του να μου μεταφέρει τη συμβουλή του, τη γνώμη του και να μου επιβάλει τη θέλησή του. Εκ των προτέρων ήξερα, εάν αυτό που κάνω, το εγκρίνει, εάν έκανα κάτι αντίθετο δεν θύμωνε, δεν εκνευριζόταν, δεν με μάλωνε, μου έλεγε με σοβαρότητα, αυτό που έκανες ήταν λάθος και μου εξηγούσε το λόγο. Ήταν πάντα δίπλα μου και τον αισθάνομαι δίπλα μου ακόμα.

«Είδες τι είπε ο Βάρναλης», μου είπε. «Ότι το βλέμμα όλων στη Σοβιετική Ένωση είναι στραμμένο προς τους νέους, για τι οι νέοι είναι εκείνοι που θα συντελέσουν στην πρόοδο της κοινωνίας τους και θα διαδώσουν τον κομμουνισμό σε όλον τον κόσμο».

Δυστυχώς απέτυχε.

Αλλά και στη δική μας κοινωνία που έχει στραμμένη τα νότα της προς του νέους, μοιάζουμε σαν το δημιουργό που πριν καλά-καλά τελειώσει τη δημιουργία του, τη βλέπει, τη φτύνει και την πετροβολά και ας ξέρει ότι μέσα της είναι η ίδια του η ψυχή του.

Φοβάται να ακολουθήσει τους νέους που ζητούν ευκαιρία για δημιουργία, για αγώνα, για προκοπή και πρόοδο.

Φοβόμαστε μην τους ακολουθήσουμε και χάσουμε τη βολή μας, την ησυχία μας, αλλά βολεμένοι από τις πολυθρόνες μας μπρος στην τηλεόραση, δεν πρόκειται ποτέ να βρούμε προκοπή ούτε και πρόοδο".


Θυμίζουμε και την πολύ γνωστή, τραγουδισμένη από την ψυχή του Νίκου Ξυλούρη μπαλάντα, έργο και αυτό του Κώστα Βάρναλη:


Η Μπαλάντα του Κυρ- Μέντιου


Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Κούτσα μια και κούτσα δυο
της ζωής το ρημαδιό!

Mεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι,
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ' φήναν νηστικό.

Tα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια
με κοτρόνια στα ψαχνά,
φούχτες μύγα στ' αχαμνά!

Aνωχώρι, Κατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι,
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μου 'βγαινε η ψυχή.

Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κι' έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά.

Kαι ζευγάρι με το βόδι
(άλλο μπόι κι' άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέματα
τ' αφεντός τα στρέμματα.

Kαι στον πόλεμ' "όλα για όλα"
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνωνται οι λαοί
για τ' αφέντη το φαϊ.

Kαι γι' αυτόνε τον ερίφη
εκουβάλησα τη νύφη
και την προίκα της βουνό,
την τιμή της ουρανό!

Aλλά εμένα σε μια σφήνα
μ' έδεναν το Μαη το μήνα
στο χωράφι το γυμνό
να γκαρίζω, να θρηνώ.

Kι' ο παπάς με την κοιλιά του
μ' έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός:
"Σε καβάλησε ο Χριστός!

Δούλευε για να στουμπώσει
όλ' η Χώρα κι' οι καμπόσοι.
Μη ρωτάς το πώς και τί,
να ζητάς την αρετή!
-Δε βαστάω! Θα πέσω κάπου!
-Ντράπου! Τις προγόνοι ντράπου!
-Αντραλίζομαι!... Πεινώ!...
-Σούτ! θα φας στον ουρανό!"

Kι' έλεα: όταν μιαν ημέρα
παρασφίξουνε τα γέρα,
θα ξεκουραστώ κι' εγώ,
του θεού τ' αβασταγό!

Kι' όταν ένα καλό βράδυ
θα τελειώσει μου το λάδι
κι' αμολήσω την πνοή
(ένα πουφ είν' η ζωή),

H ψυχή μου θε να δράμη
στη ζεστή αγκαλιά τ' Αβράμη,
τ' άσπρα, τ' αχερένια του
να φιλάει τα γένια του!

Γέρασα κι' ως δε φελούσα
κι' αχαϊρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά
να με φάνε τα θεριά.

Kωλοσούρθηκα και βρίσκω
στη σπηλιά τον Αι-Φραγκίσκο:
"Χαίρε φως αληθινόν
και προστάτη των κτηνών!

Σώσε το γέρο κύρ Μέντη
απ' την αδικιά τ' αφέντη,
συ που δίδαξες αρνί
τον κύρ λύκο να γενή!

Tο σκληρόν αφέντη κάνε
από λύκο άνθρωπο κάνε!..."
Μα με την κουβέντα αυτή
πόρτα μου 'κλεισε κι' αυτί.

Tότενες το μαύρο φίδι
το διπλό του το γλωσσίδι
πίσω από την αστοιβιά
βγάζει και κουνάει με βιά:

"Φως ζητάνε τα χαϊβάνια
κι' οι ραγιάδες απ' τα ουράνια,
μα θεοί κι' όξαποδώ
κει δεν είναι παρά δώ.

Aν το δίκιο θες, καλέ μου,
με το δίκιο του πολέμου
θα το βρης. Οπου ποθεί
λευτεριά, παίρνει σπαθί.

Mη χτυπάς τον αδερφό σου-
τον αφέντη τον κουφό σου!
Και στον ίδρο το δικό
γίνε συ τ' αφεντικό.

Χάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο
χάιντε Σύμβολον αιώνιο!
Αν ξυπνήσεις, μονομιάς
θα 'ρτη ανάποδα ο ντουνιάς.

Kοίτα! Οι άλλοι έχουν κινήσει
κι' έχ' η πλάση κοκκινήσει
κι' άλλος ήλιος έχει βγη
σ' άλλη θάλασσ', άλλη γης".

Παρασκευή 17 Απριλίου 2009

Ο Πειραιάς σε αναζήτηση ταυτότητας




Το πρώτο λιμάνι της χώρας αποτελούσε πεδίο ευρύτατων οικονομικών επενδύσεων, αναπτύχθηκε όμως στη σκιά της πρωτεύουσας, σύμφωνα με τα δικά της πρότυπα, χωρίς δική του πολιτιστική ζωή ενώ οι επεμβάσεις της δικτατορίας αλλοίωσαν ακόμη και την ιστορική του φυσιογνωμία.

[ Άρθρο από την εφημερίδα "Το Βήμα" που παραμένει στενόχωρα επίκαιρο μετά από δέκα περίπου χρόνια]

Τα «παιδιά του Πειραιά» αναζητούν ταυτότητα

ΒΑΣΙΑΣ ΤΣΟΚΟΠΟΥΛΟΣ | Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 1999

Στο τεύχος της 1ης Ιανουαρίου 1901 η πειραϊκή εφημερίδα «Σφαίρα» δημοσίευε πρωτοσέλιδα δύο εικόνες του Πειραιά:

«Ο Πειραιεύς του 1833», μια εικόνα ερημίας στη θέση της άχτιστης ακόμη πόλης, και «Ο Πειραιεύς του 1900», μια πυκνοδομημένη πόλη στην οποία κυριαρχούν οι τσιμινιέρες της ακμαίας βιομηχανίας και τα φουγάρα των ατμοπλοίων που συνέρρεαν πυκνά στο λιμάνι.

Ο πειραϊκός 20ός αιώνας κληρονομούσε από τον 19ο όχι μόνο μια οικονομική ανάπτυξη που βρισκόταν στην πρωτοπορία του ελληνικού κράτους, αλλά και μια πόλη-πρότυπο, την οποία διέκριναν οι ισορροπίες ανάμεσα στο «οικονομικό» και στο «πολιτιστικό», υποδειγματική δημοτική διαχείριση και ένα αίσθημα υπερηφάνειας των κατοίκων για την «υπεροχή» της πόλης τους σε Ελλάδα και Ανατολή.

Πώς αυτή η εικόνα αντιστρέφεται από τις αρχές ήδη του 20ού αιώνα, όχι σε ό,τι αφορά την οικονομική πορεία αλλά στα υπόλοιπα πεδία της κοινωνικής ζωής;

Μια ιστορία των δημάρχων Πειραιώς σημειώνει ότι η πρώτη δημαρχιακή περίοδος του 20ού αιώνα «από της ιδρύσεως του Πειραιώς είναι η πρώτη ατυχής δημαρχιακή περίοδος».

Για τον επόμενο δήμαρχο διαβάζουμε ότι «δεν δύναται βεβαίως να εξισωθή προς τους προκατόχους αυτού», ενώ ο δήμαρχος της περιόδου 1914-1925 αναγνώρισε ο ίδιος ότι

«επί των ημερών μου δεν εδημιουργήθη τίποτε αξιομνημόνευτον υπέρ της πόλεως».

Ο τελευταίος δήμαρχος πριν από τη δικτατορία του Μεταξά ­ ένα παλαιό (από το 1907) μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου ­

«ήτο κατά το μακρόν τούτο χρονικό διάστημα, καθ' ο διετέλεσε σύμβουλος, αφωνότερος ιχθύος, ουδέποτε διατυπώσας ιδίαν γνώμην...».

Η φυγή των αστών

Ο Πειραιάς κατά τη διάρκεια των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα υφίσταται ραγδαία χειροτέρευση των κοινωνικών συνθηκών του.

Στον Μεσοπόλεμο είναι η πρώτη πόλη σε εγκληματικότητα και σε θανάτους από ναρκωτικά.

Η πόλη έχει εγκαταλειφθεί από τα ηγεμονικά της κοινωνικά στρώματα, τη διαμορφωμένη πια μεγαλοαστική τάξη που έχτισε το λαμπρό Δημοτικό Θέατρο, οργάνωνε συναυλίες και έβγαλε τους δραστήριους και αποτελεσματικούς δημάρχους Λουκά Ράλλη, Θεόδωρο Ρετσίνα, Δημήτριο και Τρύφωνα Μουτσόπουλο ­ όλους βιομηχάνους και μεγαλεμπόρους.

Η κοινωνική αυτή ομάδα, μετά την οικονομική απογείωση των τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα, ξεπέρασε το τοπικό στάδιο οργάνωσης των συμφερόντων της και εντάχθηκε στο εθνικό επίπεδο, πράγμα που σήμαινε την αποδημία προς την Αθήνα, κοντά στα κέντρα λήψης των αποφάσεων.

Ο Μ. Καραγάτσης στον ιστορικά ακριβέστατο «Γιούγκερμαν» σημείωνε αυτή την τάση που κάνει στη δεκαετία του 1920 ήδη τον Πειραιά να μην είναι καθόλου «σικ».

Μαζί με τη μεγαλοαστική τάξη εγκαταλείπει τον Πειραιά η πνευματική του αφρόκρεμα.

Το πρωτοποριακό «Περιοδικόν μας» του Γερ. Βώκου ήταν το 1900-1902 η τελευταία αναλαμπή της τοπικής πολιτιστικής έκφρασης και ο Λάμπρος Πορφύρας ο τελευταίος σημαντικός καλλιτέχνης που παραμένει στην πόλη, περιθωριακός όπως ήταν, να κάνει παρέα με φτωχούς ψαράδες.

Οι υπόλοιποι φεύγουν, ο Βώκος συνεχίζει την εκδοτική του δραστηριότητα στην Αθήνα, ο Βουτυράς, ο Νιρβάνας, ο Μελάς αφήνουν τον Πειραιά.





Ο Βολανάκης, ο μεγάλος θαλασσογράφος, πέθανε το 1907 τελείως ξεχασμένος.

Αλλά και οι δημοσιογράφοι, αφού ναυάγησαν τα σχέδια για μια πανελλήνια εφημερίδα με έδρα τον Πειραιά, όσοι δεν έφυγαν, μετατρέπονται σε ανταποκριτές αθηναϊκών εφημερίδων.

Στις συνθήκες που δημιουργήθηκαν μετά από αυτές τις αποχωρήσεις κατά τον πειραϊκό Μεσοπόλεμο και στην παρακμή της πνευματικής ζωής που ακολούθησε, το πολιτιστικό κενό έρχονται να καλύψουν κοινωνικές εκφράσεις από τις χαμηλότερες κοινωνικές βαθμίδες.

Από τη μια, η ρεμπέτικη κουλτούρα των εργατικών/περιθωριακών στρωμάτων έβαλε τη σφραγίδα της στη φυσιογνωμία της πόλης κάνοντας τον Πειραιά πρωτεύουσα και πόλη-σύμβολο της μαγκιάς και του περιθωρίου.

Από την άλλη, ο Ολυμπιακός, η έκφραση των καταπιεσμένων και τραυματισμένων μικροαστικών στρωμάτων, γίνεται η δυναμική αντίδραση στην αθηναϊκή παντοδυναμία ­ βρίσκει έτσι μια παράδοση του πειραϊκού 19ου αιώνα, μια αντιαθηναϊκή τοπικιστική συνείδηση που εκφραζόταν τότε ως υπεράσπιση του «τοπικού» χώρου από την ανερχόμενη αστική τάξη, τώρα όμως έχει μια εκδικητική και επιθετική χροιά.

Η ταύτιση ομάδας - πόλης είναι μοναδική στην περίπτωση Ολυμπιακού και Πειραιά και στο ιδεολογικό υπόστρωμα της ίδρυσης του Ολυμπιακού μεγάλο βάρος είχε η επιθυμία να δοξασθεί ο Πειραιάς σε όλη την Ελλάδα ­ μια συμβολική επάνοδος της πόλης στο προσκήνιο της ιστορίας.

Άνισος αγώνας

Η Αθήνα εκτός από την αποστράγγιση της επαρχίας ρούφηξε και τη ζωή του Πειραιά, που παρέμεινε πάντα ένα πεδίο οικονομικών επενδύσεων.

Η πληθυσμιακή του ανάπτυξη ακολουθούσε κατά πόδας την έκρηξη της Αθήνας:

Οι 50.000 κάτοικοι στα τέλη του 19ου αιώνα θα γίνουν 130.000 το 1920 και σχεδόν διπλάσιοι μετά την έλευση των μικρασιατών προσφύγων που αιμοδότησαν και αυτοί την οικονομία της πόλης.

Η βιομηχανία θα εξακολουθήσει να κυριαρχεί ποσοτικά σε εθνικό επίπεδο και το λιμάνι, μετά τα έργα της δεκαετίας του 1920, θα αναρριχηθεί σιγά σιγά στις πρώτες θέσεις των μεσογειακών λιμένων.

Ολη αυτή όμως η επένδυση στην οικονομία θα εξακολουθήσει να μην έχει το ανάλογό της στον πολιτιστικό χώρο ακόμη και μετά τον Πόλεμο, στη λεγόμενη «ανοικοδόμηση» της χώρας.

Οι μικρές προσπάθειες για πολιτιστική δράση στα τέλη της δεκαετίας του 1950 δεν ξέφυγαν από την περιθωριακή λειτουργία.

Η έκθεση του Ιστορικού Πειραϊκού Αρχείου δίνει την ευκαιρία για την ίδια διαπίστωση:

«Δίπλα στην Αθήνα αγωνίζεται ο Πειραιεύς, εντός του κύκλου των πιεστικών συνθηκών που του δημιουργεί αυτή η στενή γειτονία, να συντηρήση τους δικούς του αυτονόμους πνευματικούς παλμούς» έγραφε «Το Βήμα» στις 17.10.1959.

Αλλες πρωτοβουλίες, όπως οι συναυλίες της Λαϊκής Ορχήστρας του Μίκη Θεοδωράκη, που ζωντάνευαν και το Δημοτικό Θέατρο της πόλης, διακόπηκαν από τη δικτατορία.

Η δικτατορία επεφύλαξε για τον Πειραιά ένα φαινόμενο που εξέπληξε το πανελλήνιο.

Ο διορισμένος δήμαρχος Αριστείδης Σκυλίτσης και η επιρροή που απέκτησε στην τοπική κοινωνία είναι μια περίπτωση που ερμηνεύεται όταν γνωρίζουμε την «ιδιομορφία του Πειραιώς», όπως δήλωσε και ο ίδιος στην ορκωμοσία του, την τραυματική εμπειρία δηλαδή της πτώσης του Πειραιά σε διάστημα δύο γενεών.

Ο δήμαρχος της δικτατορίας προχώρησε σε συστηματική κατεργασία της τοπικής συνείδησης δημιουργώντας αυταπάτες για αναγέννηση του Πειραιά (το σύνθημά του ήταν ότι θα ξανακάνει τον Πειραιά πρώτη πόλη της Μεσογείου), επεμβαίνοντας ταυτόχρονα συστηματικά και καίρια στα σύμβολα της τοπικής μνήμης.

Η παρέμβαση αυτή ήταν σημειολογικά συναρπαστική:

Ο Σκυλίτσης γκρέμισε όλα τα σημεία αναφοράς της τοπικής συνείδησης που συνδέονταν με το όνομα των προηγούμενων δημάρχων της πόλης (από το ιστορικό Ρολόι ­ το σύμβολο ταυτότητας του Πειραιά ­ ως τη Ράλλειο, το θεατράκι του Τσίλερ κτλ.) και κράτησε μόνο το Δημοτικό Θέατρο, αφού αυτό οικοδομήθηκε και κατά τη διάρκεια της θητείας του παππού του Πέτρου Ομηρίδη Σκυλίτση.

[Σημείωση του blog:

Ο δήμαρχος (1841-1845 & 1848-1854) Πέτρος Ομηρίδης Σκυλίτσης ήταν συγγενής αλλά όχι παπούς του δικτατορικού Σκυλίτση.

Το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά θεμελίωσε ο παπούς του χουντικού Σκυλίτση, επίσης δήμαρχος (1883-1887) με το ίδιο όνομα, δηλαδή Αριστείδης Σκυλίτσης]

Ταυτόχρονα άρχισε την ανέγερση των δικών του έργων, όπου καθένα από αυτά «έσβηνε» και από ένα τοπικό σύμβολο:

Το νέο Δημαρχείο (στην ίδια αρχιτεκτονική γραμμή και δίπλα στο Θέατρο), τον ουρανοξύστη (που θα έκανε τον Πειραιά «ευρωπαϊκή πόλη») κοντά στη θέση που ήταν το Ρολόι, το «Σκυλίτσειο» (σήμερα Βεάκειο) κ.ο.κ.

Εφτιαχνε με ένα λόγο νέα σημεία αναφοράς συνδεδεμένα με το όνομά του, ενώ «ξύριζε» όλα τα ιστορικά σημεία αναφοράς που συνδέονταν με άλλο όνομα:

Πρόκειται για μια ολοκληρωμένη μετατόπιση και αλλοίωση της ιστορικής φυσιογνωμίας και συνείδησης της πόλης.

Ετσι με την επίφαση μιας αναγέννησης άγγιξε ένα σημαντικό κομμάτι της πειραϊκής κοινωνίας που λαχταρούσε να ξαναδεί την πόλη όπως ήταν παλιά και δεν μπορούσε να «δει» την καταστροφή που επιτελούσε ο δήμαρχος της χούντας.

Υπάρχουν ελπίδες

Η εισβολή Σκυλίτση δεν ήταν λοιπόν ένα ακατανόητο και ουρανοκατέβατο φαινόμενο.

Ηταν αντιθέτως μια πολύ έντονη πτυχή της κρίσης που διατρέχει την πειραϊκή κοινωνία από τις αρχές του αιώνα που τελειώνει.

Τα οικονομικά προβλήματα, η αδυναμία των δημοτικών αρχών που ακολούθησαν τη δικτατορία να ορθοποδήσουν την πόλη, οι διαμάχες για την κακοδιαχείριση των δημοτικών πραγμάτων, όλα αυτά που ταλανίζουν τον Πειραιά ως σήμερα, εκφράζουν μια βαθιά ιστορική τάση που δεν έχει ακόμη αντιστραφεί.

Η χαρτογράφηση της πολιτιστικής ζωής της πόλης (αριθμός θεάτρων, γκαλερί, κινηματογράφων) δείχνει τη μεγάλη διάσταση που υπάρχει ανάμεσα στα πληθυσμιακά δεδομένα και στην ατροφία της πολιτιστικής δραστηριότητας.

Ωστόσο στα πρόθυρα αυτού του νέου αιώνα η κρίση του αθηναιοκεντρισμού, που δημιουργεί μια τάση για αναζωογόνηση της περιφέρειας, αγγίζει και τον Πειραιά, την ιδιότυπη αυτή εσωτερική περιφέρεια του μεγαθηρίου της ευρύτερης περιοχής της πρωτεύουσας.

Η άνθηση της διασκέδασης, της οποίας ο Πειραιάς γίνεται ένας σημαντικός πόλος, οι επενδύσεις σε σύγχρονα εμπορικά κέντρα, η ανακαίνιση του Δημοτικού Θεάτρου, η δραστηριότητα του Δημοτικού Κέντρου Μουσικής κτλ. είναι δείγματα στροφής και μένει να δοκιμασθεί η προοπτική της στα χρόνια που έρχονται...

(Ο κ. Βάσιας Τσοκόπουλος είναι ιστορικός, υπεύθυνος έρευνας του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου για την ιστορία των ελληνικών εκδοτικών οίκων).

Δημοτικό Θέατρο Πειραιά: Να ζει κανείς ή να μη ζει;



Σε μια "πανηγυρική" εκδήλωση που έγινε στο Δημαρχείο ανήμερα της Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου στις 27.3.2009, ο Δήμαρχος Πειραιά Παναγιώτης Φασούλας παρουσίασε την Επιτροπή προσωπικοτήτων για την οργάνωση και τον προγραμματισμό του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, θέλοντας όπως τόνισε να σηματοδοτήσει την πνευματική αναγέννηση της πόλης.

Ο Δήμαρχος Πειραιά ξεκίνησε την ομιλία του κάπως έτσι:

" Κυρίες και Κύριοι,

Παρά το ότι μου εισηγήθηκαν μια άλλη μέρα για να παρουσιάσουμε τον πυρήνα της Οργανωτικής Επιτροπής με τις σημαντικές προσωπικότητες του Πολιτισμού μας, για το Δημοτικό Θέατρο, επέμενα αυτή η παρουσίαση να γίνει σήμερα.

Και αυτό για έναν σημαντικό λόγο:

Ότι σήμερα γιορτάζουμε την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου. Θα ήθελα λοιπόν, μια τέτοια μέρα να σηματοδοτήσουμε την πνευματική αναγέννηση της πόλης μας.

Ο Καναδός σκηνοθέτης, σκηνογράφος, θεατρικός συγγραφέας και ηθοποιός Robert Lepage υποστήριζε ότι:

Υπάρχουν πολλές υποθέσεις σχετικά µε την καταγωγή του θεάτρου αλλά η πιο ενδιαφέρουσα αφορά σε ένα μύθο:

Ένα βράδυ, µια παρέα συγκεντρώθηκε σε µια σπηλιά για να ζεσταθεί γύρω από τη φωτιά και να διηγηθούν τα μέλη της, ιστορίες.

Ξαφνικά, ένας από αυτούς σκέφτηκε να σηκωθεί όρθιος και να χρησιμοποιήσει την σκιά του για να δώσει εικόνα στην ιστορία του.

Χρησιμοποιώντας το φως από τις φλόγες έκανε να εμφανιστούν πάνω στους τοίχους της σπηλιάς χαρακτήρες μεγαλύτεροι απ’ το πραγματικό.

Κατάπληκτοι οι υπόλοιποι της παρέας αναγνώρισαν µε την σειρά τους το δυνατό και τον αδύνατο, τον κατακτητή και τον κατακτημένο, το Θεό και το θνητό.

Σήμερα εμείς επιχειρούμε να ξαναδώσουμε ζωή σε έναν Πειραϊκό Μύθο.

Αυτόν του Δημοτικού Θεάτρου, που τα τελευταία χρόνια έχει στοιχειώσει.

Οι σεισμοί του 1981 και του 1999 αλλά και μια σειρά από άστοχες επιλογές στέρησαν αυτό το πνευματικό στολίδι του Πειραιά, όχι μόνο από την πόλη, αλλά από τον ζώντα σύγχρονο Πολιτισμό.

Το Δημοτικό Θέατρο, για μας είναι η κρυμμένη αλήθεια της Ιστορίας του Πειραιά, αλλά και της Ελλάδας.

Μου δόθηκε η ευκαιρία από το Μάιο του 2008, που ξεκίνησαν τα έργα από το Υπουργείο Πολιτισμού, να παρακολουθήσω από κοντά όλη αυτήν την προσπάθεια.

Αυτόν τον αγώνα που δίνουν αυτοί οι άνθρωποι για να «αναστήσουν» αυτό το λαμπρό κτίριο.

Και πραγματικά είδα να περνούν μπροστά μου όλες οι ιστορικές φάσεις αυτού του αρχιτεκτονήματος.

Όλη η δρώσα ιστορία της πόλης και της Τέχνης.

Γιατί το θέατρο είναι η μητέρα όλων των Τεχνών".





Αυτά ακούσαμε το βράδυ εκείνης της Παρασκευής του Μάρτη και πειστήκαμε ότι η Ιστορία πρέπει να επαναλαμβάνεται κάθε ορισμένα χρόνια ώστε να επιβεβαιώνεται.

Από τη μια μεριά ο Παναγιώτης Φασούλας αναφέρει την άποψη του εκ γενετής καταθλιπτικού ηθοποιού, σκηνοθέτη και σεναριογράφου Robert Lepage για τη γέννεση του Θεάτρου που προκαλεί ειδικά σε εμάς που ζούμε στην Ελλάδα επίκτητη κατάθλιψη.

Από την άλλη μεριά το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, αντικείμενο πολιτικών σκοπιμοτήτων, από τη σύλληψή του, είναι φανερό ότι παραμένει ανυπεράσπιστη κληρονομιά στα επικοινωνιακά παιχνίδια των πολιτικών.

Και ο Παναγιώτης Φασούλας δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον πειρασμό συνεχίζοντας αυτοαναιρούμενος:

"Κυρίες και κύριοι,

Πιστεύω ότι η θεατρική Τέχνη είναι διαφορετική από την Πολιτική Τέχνη.

Δεν είμαστε όλοι για όλα.

Γι΄ αυτό και αποφασίσαμε να δημιουργήσουμε αυτήν την Επιτροπή.

Αποτελείται από ανθρώπους της Τέχνης, του Πολιτισμού, που στη συνέχεια θα πλαισιωθεί και από άλλους παράγοντες, ώστε έγκαιρα να σχεδιάσει την Οργανωτική Δομή που θα πρέπει να έχει ο Φορέας του νέου Δημοτικού Θεάτρου.

Παράλληλα να αρχίσουν να σχεδιάζουν και το πρόγραμμα του θεάτρου. Στόχος μας είναι να είμαστε πανέτοιμοι το 2010 που φιλοδοξούμε να μας παραδοθεί το Θέατρο.

Επίσης σύντομα θα πραγματοποιήσουμε Διεθνές Συνέδριο με τη συμμετοχή ανθρώπων του Θεάτρου και του Πολιτισμού για να ανταλλάξουμε απόψεις, να ακούσουμε θέσεις.

Να μάθουμε από τις εμπειρίες τους ώστε το Δημοτικό Θέατρο να παίξει το ρόλο του όχι μόνο στον «μικρόκοσμο» της πατρίδας μας αλλά και να παρέμβει στο πολιτιστικό γίγνεσθαι της Ευρώπης και του Κόσμου.

Κυρίες και κύριοι,

Το θέατρο είναι το φως που φωτίζει το μονοπάτι της ανθρωπότητας.

Αυτό το φως φιλοδοξούμε σύντομα να λάμψει εδώ στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά.

Σηματοδοτούμε τον Πολιτισμό με το νέο Δημοτικό Κτίριο.
Σηματοδοτούμε την Παιδεία με τη νέα Ράλλειο.
Σηματοδοτούμε την αναβάθμιση της πόλης με το νέο Δημαρχείο.

Εν κατακλείδι το να είσαι πολίτης δεν σημαίνει απλά ότι ζεις σε μια κοινωνία, αλλά κυρίως ότι την αλλάζεις.

Και αυτό επιχειρούμε σήμερα στον Πειραιά.

Με αυτές τις σκέψεις θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους αυτούς τους ανθρώπους που δέχτηκαν να συμμετάσχουν στην πρωτοβουλία μας.

Συγκεκριμένα τους:

1. Μάνο Περάκη αρχιτέκτονα, με σπουδαία δραστηριότητα στη μελέτη και κατασκευή θεατρικών κτιρίων
2. Βασίλη Βασιλικό, συγγραφέα και άνθρωπο του Πολιτισμού.
3. Γιάννη Σακελλαράκη, αρχαιολόγο, καθηγητή Πανεπιστημίου.
4. Βάσω Παπαντωνίου, διακεκριμένη σοπράνο και διάσημη υψίφωνο.
5. Δημήτρη Παπαδημητρίου, συνθέτη.
6. Γιώργο Κουρουπό, Διευθυντή Ορχήστρας Χρωμάτων.
7. Τάκη Δέγλερη, διακεκριμένο Νομικό του Πειραιά και συγγραφέα.
8. Τζένη Γλού, γνωστή Πειραιώτισσα με σημαντική προσφορά στην πόλη.
9. Βίκη Σκλαβενίτη, μουσικό.
10. Πλάτων Μαυρομούστακο, γνωστό κριτικό Τέχνης, Αναπληρωτή Καθηγητή του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών, του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Τους ευχαριστώ όπως ευχαριστώ και όλους τους πολιτικούς και δημοτικούς παράγοντες που βοήθησαν για να είμαστε σήμερα σε αυτό το σημείο, το Υπουργείο Πολιτισμού, αλλά όλες και όλους αυτούς που δουλεύουν καθημερινά στο Δημοτικό Θέατρο για να είμαστε έτοιμοι.

Για να δώσουν τη φωτιά του μύθου.

Σας ευχαριστώ ".





Το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, έργο μελέτης (1881-1883) του πειραιώτη αρχιτέκτονα, καθηγητή του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, Ιωάννη Λαζαρίμου (1849-1913), άρχισε να κτίζεται το 1884, με δάνειο απ' την Εθνική Τράπεζα 250.000 δρχ. και αποπερατώθηκε το 1895.

Στη μετώπη όμως του κτηρίου αναφέρεται:

" ΔΗΜΟΤΙΚΟΝ ΘΕΑΤΡΟΝ, ΕΓΕΡΘΕΝ ΕΠΙ ΔΗΜΑΡΧΟΥ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ Σ. ΣΚΥΛΙΤΣΗ ΕΝ ΕΤΕΙ 1885 "

Τελικά, η δαπάνη έφτασε τις 900.000 δρχ. κι απ' αυτές οι 200.000 διατέθηκαν για την εσωτερική διακόσμηση.

Το κτήριο αποτελεί ένα απόλυτα συμμετρικό ορθογώνιο διαστάσεων 34 Χ 45 μ. Η είσοδος σημειώνεται με πρόπυλο με τέσσερις κορινθιακές κολώνες και αέτωμα.

Πάνω από το δώμα υπάρχει ορθογώνια υπερύψωση και καταλήγει επίσης σε αετωματική στέψη.

Η αίθουσα είναι πεταλόσχημη, ιταλικού τύπου, με πλατεία, θεωρεία και εξώστες σε τέσσερα επίπεδα, συνολικής χωρητικότητας 1.300 περίπου θέσεων.

Η σκηνή είναι διαστάσεων 20 Χ 14μ. με προσκήνιο και χώρο ορχήστρας.Το ύψος του πύργου σκηνής είναι 18μ. και το βάθος του υποσκηνίου 9μ.

Το φουαγιέ του θεάτρου είναι διώροφο και αναπτύσσεται γύρω από το πέταλο της αίθουσας.

Το θέατρο εγκαινιάστηκε στις 9 Απριλίου 1895, επί δημαρχίας Θεόδωρου Ρετσίνα, από δύο θιάσους, τον «Πανελλήνιο» του Αλεξιάδη και τον «Μέναδρο» του Ταβουλάρη.

Η ανυπαρξία καλλιτεχνικής παράδοσης κατέστησαν το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά ένα λαμπερό αρχιτεκτονικό εμφύτευμα "εκ Δύσης", ικανό να τροφοδοτεί δημοσιεύματα που επισήμαιναν ότι «το προβληματικό Δημοτικό Θέατρο απευθύνεται σε λίγους αστούς και δεν λαμβάνει υπ’ όψιν τας απαιτήσεις των 9/10 της κοινωνίας, της εργατικής τάξεως δηλαδή, που δεν σκαμπάζει τίποτε από τα μελοδράματα και από την μουσικήν» (εφημερίδα «Σφαίρα», 1898).

Τόπος συγκέντρωσης για την «καλή κοινωνία» του Πειραιά υπήρξε και το πολυτελές καπνιστήριο του θεάτρου.

Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο το Δημοτικό Θέατρο γνωρίζει αλλεπάλληλες χρήσεις. Σε αίθουσές του εγκαθίστανται το Φρουραρχείο, το Εργατικό Κέντρο Πειραιά, χώροι του χρησιμοποιούνται ως σχολείο ή προσφέρουν στέγη στα κύματα προσφύγων που καταφθάνουν στις ακτές της πόλης.

Στην Κατοχή λειτουργεί ως κέντρο διασκέδασης για το ναζιστικό στρατό, ενώ πλήττεται από το βομβαρδισμό που, το 1944, ισοπέδωσε ένα μεγάλο κομμάτι της πόλης.

Λειτούργησε ως λυρική και δραματική σκηνή, φιλοξένησε κινηματογραφικές προβολές, χορευτικά συγκροτήματα, συναυλίες, ρεσιτάλ, χορωδίες, διαλέξεις, ακόμα και καλλιστεία στη διάρκεια της χούντας.

Τις αυθαίρετες αισθητικές παρεμβάσεις του διορισμένου, επί δικτατορίας, δημάρχου (1967-1974) Αριστείδη Σκυλίτση (1908-2006) που ήταν γιος του επίσης δημάρχου Δημοσθένη Ομηρίδη και εγγονός του επίσης δημάρχου (1883-1887) Αριστείδη Σκυλίτση, που αναφέρεται στην πρόσοψη του κτηρίου, διαδέχεται η χαριστική βολή από τους σεισμούς.

Από τη σκηνή του όμως πέρασαν και ιστορικοί θίασοι, κλασικές παραστάσεις, μεγάλοι σκηνοθέτες (Ροντήρης, Κουν, Σολομός, Καραντινός, Μιχαηλίδης, Σεβαστίκογλου, Ευαγγελάτος κ.ά.) και μεγάλοι ερμηνευτές, Κοτοπούλη, Βεάκης, Κατράκης, Αλεξανδράκης, Χορν, Λαμπέτη, Νέζερ, Παξινού, Αρώνη ενώ για μια σύντομη περίοδο λειτούργησε ο Μουσικός Οργανισμός Πειραιά με επικεφαλής τον Μίκη Θεοδωράκη.

Το 1986-87 σε τελετή που οργάνωσε το Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών παρουσία και της Μελίνας Μερκούρη ως υπουργού Πολιτισμού (1981-1989 & 1993-1994) έδωσε ρεσιτάλ το παιδί τότε θαύμα πιανίστας Δημήτρης Σγούρος.

Μόνο μία φορά επιχειρήθηκε η ίδρυση Θεατρικού Οργανισμού υπό τον Δημήτρη Ροντήρη. Παρά την επιτυχία της διεύθυνσης Ροντήρη, το εγχείρημα έληξε άδοξα δύο χρόνια αργότερα, το 1959, έπειτα από διαφωνία τού τότε δημάρχου Ντεντιδάκη με το σκηνοθέτη.

Το 1980 το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά ανακηρύχθηκε, με υπουργική απόφαση, προστατευόμενο μνημείο ως «έργο τέχνης».

Με τους σεισμούς του 1981 όμως αποκαλύφθηκαν σημαντικά προβλήματα στατικότητας της κατασκευής που επιδεινώθηκαν με τους σεισμούς του 1999.





Η κτιριακή κατάσταση του Δημοτικού Θεάτρου εγκυμονούσε κινδύνους για τον κόσμο που παρακολουθούσε τις διάφορες εκδηλώσεις.

Η επέμβαση του εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, μετά τη διαπίστωση ότι οι σχετικές καταγγελίες για την επικινδυνότητα του κτιρίου ήταν βάσιμες, καθώς και το πόρισμα της Επιτροπής του ΥΠΕΧΩΔΕ, που χαρακτήρισε το κτίριο «κίτρινο», δηλαδή προσωρινά ακατάλληλο για χρήση, επιβεβαίωσαν επίσημα τους φόβους.

Εξάλλου, σύμφωνα με έκθεση της Πολεοδομίας Πειραιά (με αριθ. 7125/21.01.1997), το κτίριο είχε χαρακτηριστεί επικίνδυνο από άποψη στατικής και δομικής , ενώ σε νεότερο έγγραφο της αρμόδιας υπηρεσίας (αριθ. 7060/2089/2000) αναφέρεται:

«... Κατά τον δευτεροβάθμιο έλεγχο που ακολούθησε και διενεργήθηκε από αρμόδιους πολ. μηχ/κούς του ΥΠΕΧΩΔΕ το κτίριο χαρακτηρίστηκε κίτρινο, δηλ. προσωρινά ακατάλληλο για χρήση.

Επιπλέον, ο έλεγχος συνοδευόταν από αναλυτική τεχνική έκθεση σύμφωνα με την οποία μέχρι την επισκευή τους, δε θα πρέπει να χρησιμοποιούνται:

Ο χώρος τελετών στον α' όροφο, τα θεωρεία του θεάτρου και προσβάσεις προς αυτά, τα γραφεία της Πινακοθήκης, η αίθουσα του Ιστορικού Αρχείου, ενώ στο κεντρικό κλιμακοστάσιο η χρήση θα πρέπει να γίνεται προσεκτικά και μεμονωμένα».

Εδώ και χρόνια ήταν σε αχρηστία το μεγαλόπρεπο καπνιστήριο (φουαγιέ), που παρουσιάζει έντονη τη γαλλική επιρροή με τον ανάλαφρο διάκοσμό του από επίχρυσο χαρτόλιθο, την τρίκλωνη σκάλα, με το χυτοσίδηρό της κιγκλίδωμα, τους λεπτούς κιονίσκους και τα κομψά φυτικά κοσμήματα.

Εκεί συγκεντρωνόταν η «καλή κοινωνία», των αστών του Πειραιά του 19ου και 20ού αιώνα. Το «φουαγιέ» φιλοξένησε κύρια τις κοσμικές εκδηλώσεις των πλουσίων Πειραιωτών, εκπροσώπων της λεγόμενης άρχουσας τάξης.

Παρά τις διάφορες κατά καιρούς ανακαινίσεις και διασκευές, διατήρησε σε αρκετά ικανοποιητικό βαθμό την αρχική του μορφή. Εχουν όμως από παλιά αντικατασταθεί τα καθίσματα, η ζωγραφική αυλαία και η θολωτή ψευδοροφή.

Οι πληροφορίες έλεγαν κάποια εποχή ότι με το Δημοτικό Θέατρο «ερωτοτροπούσε» ο μεγαλοεκδότης και μεγαλοκαναλάρχης Λαμπράκης. Τα αρχικά σχέδια προέβλεπαν να χρησιμοποιηθεί ως παράρτημα του Μεγάρου Μουσικής.





Έπειτα από συνεχείς αναβολές και καθυστερήσεις, στις 11/1/2006, το έργο αποκατάστασης εντάχθηκε στα Περιφερειακά Επιχειρησιακά Προγράμματα Αττικής (Γ’ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης) με προϋπολογισμό, τελικά, 36 εκατομμύρια ευρώ και με δυνατότητα προαίρεσης που αφορά επιπλέον ποσό.

Πρόθεση του Υπουργείου Πολιτισμού και του Δήμου Πειραιά είναι η εικόνα του Δημοτικού Θεάτρου να παραπέμπει πιστά στην αρχική.

Ο ιστορικός Τέχνης και συγγραφέας του βιβλίου «Δημοτικό Θέατρο Πειραιά: θέατρο και πόλη» (εκδόσεις Πανός), Νίκος Αξαρλής, ανήκει στις στεντόρειες φωνές που αντιτίθενται στη μεθοδολογία αποκατάστασής του.

Δίνοντας ένα σαφές πρότυπο εύνομης λειτουργίας του, προτείνει όσα το θέατρο δεν διέθετε ποτέ.

«Εναν αυτόνομο θεατρικό οργανισμό διαχείρισης με δικό του καλλιτεχνικό διευθυντή, μόνιμο θίασο και κρατικές επιχορηγήσεις».

Παράλληλα, ο κ. Αξαρλής κρίνει αναγκαία τη μέριμνα για βοηθητικούς χώρους (πειραματική σκηνή, αίθουσες μουσικών εκδηλώσεων και εκθέσεων, μουσείο, χώροι αρχείου).

«Διαφορετικά, το Δημοτικό δεν θα αναπτύξει τη δυναμική του. Θα γίνουν συμβιβασμοί που ο Πειραιάς θα πληρώνει στο υπόλοιπο του 21ου αιώνα.

Η πόλη δεν έχει άλλα κτίρια υπερτοπικής εμβέλειας», εξηγεί, δείχνοντας το παρισινό Θέατρο του Ωδείου «Οdeon», που απέκτησε διεθνή υπόσταση χωρίς να χάσει την τοπική του ταυτότητα.

Το Δημοτικό Θέατρο, ιδεολογικό επιστέγασμα της αστικής τάξης του Πειραιά το 19ο αιώνα, έχει την ευκαιρία να γίνει ο φάρος της πολιτιστικής του αναγέννησης στον 21ο.

Συνάμα, «είναι το σημείο τομής για το αν θα αναστρέψουμε τη διαχείριση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς του Πειραιά», σημειώνει ο δημοτικός σύμβουλος κ. Μπελαβίλας.

Ολα, αναντίρρητα οφέλη για φορείς και «ανώνυμους» Πειραιώτες.

Οι εργολαβικές ενστάσεις που μεσολάβησαν καθυστέρησαν το έργο, του οποίου ο ανάδοχος ανακηρύχθηκε ήδη και οι εργασίες υπολογίζεται να διαρκέσουν μέχρι το 2010.

Προβληματίζουν ωστόσο το λέκτορα της Σχολής Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ και δημοτικό σύμβουλο Πειραιά, Νίκο Μπελαβίλα.

«Η αποκατάσταση του Δημοτικού Θεάτρου δεν είναι μια συμβατική εργολαβία. Εχει μεγάλες απαιτήσεις στην αρχιτεκτονική επέμβαση, ανάγκη υψηλής επίβλεψης και εξειδικευμένων συνεργείων.

Το κατώτατο χρονικό όριο που θέτουμε για ένα σύνηθες έργο είναι 18 μήνες. Συνεπώς, θα είναι θαύμα να ολοκληρωθεί στους 23.

Κι επειδή θαύματα δεν γίνονται ή καταλήγουν σε εφιάλτες, το μόνο που μπορώ να φανταστώ είναι μια πρόχειρη δουλειά προκειμένου να ολοκληρωθεί μέσα στις προθεσμίες».

Απαισιόδοξος ως προς τη χρονική αποπεράτωση του έργου δηλώνει και ο πρόεδρος της Φιλολογικής Στέγης Πειραιά και συγγραφέας Γιάννης Χατζημανωλάκης.

«Δεν πρόκειται να παραδοθεί πριν από το 2012», εκτιμά.

Αυτό όμως θα απογοητεύσει όσους θα ήθελαν να είναι έτοιμο και λαμπερό το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά πριν τις τοπικές εκλογές για την ανάδειξη των αιρετών της πόλης.

(Σε άλλη ανάρτηση που θα ακολουθήσει θα δημοσιεύσουμε και τη δική μας μάλλον πιο ρεαλιστική πρόταση για το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά).


Πηγές:

Εφημερίδες (Ελεύθερος Τύπος, Καθημερινή, Ριζοσπάστης), Υπουργείο Πολιτισμού, Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Επικοινωνία: