Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009

Ρομάνο Πρόντι: Η Ευρώπη δεν μπορεί να γίνει μουσείο





[Άρθρο του Ρομάνο Πρόντι στον Αγγελιοφόρο (Il Messaggero) 15.11.2009]

Κατά τη διάρκεια ενός από τα πολλά συνέδρια σχετικά με την ευρωπαϊκή κρίση, ένιωσα ξαφνικά να διερωτώμαι κατά πόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μουσείο ή εργαστήριο. Μια ερώτηση στεγνή, έξυπνη στην οποία θα προσπαθήσω να δώσω μια απάντηση σαφή και χρήσιμη.

Εάν κοιτάξουμε στο παρελθόν, η Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν το μεγαλύτερο πολιτικό εργαστήριο της σύγχρονης ιστορίας: Από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα στην Κοινή Αγορά μέχρι τη διεύρυνση και τη δημιουργία του ευρώ, η Ευρώπη βρίσκεται στο προσκήνιο του μετασχηματισμού του σύγχρονου κράτους μέσα από τις αρχές της διεθνούς συνεργασίας και μέσα από τη σταδιακή αλλαγή της έννοιας της εθνικής κυριαρχίας.

Όλα αυτά είναι χωρίς προηγούμενο στην Ιστορία και μας έδωσαν τη δυνατότητα να απολαύσουμε μια περίοδο ειρήνης και ευημερίας επίσης άνευ προηγουμένου.

Δεν είναι τυχαίο ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει καταστεί πρωτοπόρος στον κόσμο όσον αφορά το εισόδημα και επίσης ο μεγαλύτερος εξαγωγέας στον κόσμο.

Μαζί με τη διεύρυνση και το ευρώ όλοι οι ηγέτες της ΕΕ και η Επιτροπή είχαν αποφασίσει να οικοδομήσουμε έναν πραγματικό συνταγματικό χάρτη για την εδραίωση των σχέσεων συνεργασίας μεταξύ των χωρών ώστε να καταστεί αμετάκλητη η διαδικασία της ενοποίησης της ηπείρου.

Στο σημείο αυτό ξεκίνησε ο μεγάλος φόβος για το νέο.

Εξαιτίας του φόβου της αλλαγής και της αντιμετώπισης όλων των ανησυχιών των ψηφοφόρων για τα φαινόμενα της μετανάστευσης και για τις αναγκαίες αλλαγές στα πρότυπα της ζωής και σε συνδυασμό με τα αρνητικά αποτελέσματα του δημοψηφίσματος, οι ηγέτες των περισσοτέρων χωρών της ΕΕ έχουν αρχίσει να επιβραδύνουν την τελική πορεία με επίδραση σε όλους.

Έχουν προκαλέσει το κλείσιμο του εργαστηρίου.

Ως συμβιβασμός που φτάσαμε με μεγάλη δυσκολία υπογράφηκε η Συνθήκη της Λισαβόνας αν και αυτή τραυματισμένη από το δημοψήφισμα στην Ιρλανδία και στη συνέχεια με δυσκολία επιτεύχθηκε με την επανάληψη του δημοψηφίσματος και την υπογραφή του Προέδρου της Δημοκρατίας της Τσεχίας.

Δεν αποτελεί έκπληξη λοιπόν αν στη διαχείριση της οικονομικής κρίσης κάθε χώρα πήρε το δρόμο της, αυξάνοντας μαζικά τις δημόσιες δαπάνες, εφαρμόζοντας μια συγκεκριμένη δημοσιονομική πολιτική και όλες προσπαθούν να βοηθήσουν την εγχώρια βιομηχανία εις βάρος των άλλων.

Έτσι, δεν αποτελεί ακόμη έκπληξη η διαπίστωση ότι, ενώ η Ασία έχει εξέλθει από την κρίση και οι Ηνωμένες Πολιτείες δείχνουν κάποια ένδειξη ζωτικότητας, η Ευρώπη είναι ικανοποιημένη με το γεγονός ότι η ύφεση δεν είναι τόσο ραγδαία όπως τους τελευταίους μήνες και υπάρχει κάποια αβέβαιη αχτίδα ανάκαμψης.

Εν συντομία, το ευρωπαϊκό εργαστήριο σταδιακά μετατράπηκε σε μουσείο με όμορφα έργα τέχνης αλλά και όλα τα σχετικά με το παρελθόν.

Απολαμβάνουμε τους καρπούς της μεγάλης ενοποιημένης αγοράς, αισθανόμαστε προστατευμένοι κάτω από τη γενική ομπρέλα του ευρώ, αλλά δεν έχουμε το θάρρος να ανοίξουμε εκ νέου το εργαστήριο με νέα ερευνητικά προγράμματα.

Ωστόσο, είναι καιρός να το πράξουμε, επειδή, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο, ο κίνδυνος να γίνει άνευ σημασίας για το μέλλον της παγκόσμιας πολιτικής και οικονομίας είναι πολύ υψηλός.

Γι' αυτό προσπαθούμε να αποφευχθεί ο κίνδυνος αυτός, που αρχίζει από τις επόμενες ημέρες, κάνοντας χρήση του περιορισμένου χώρου που η Συνθήκη της Λισαβόνας μας δίνει.

Παρά το γεγονός ότι ένας συμβιβασμός στην ποιότητα προβλέπει το διορισμό του προέδρου της Ένωσης όχι πλέον για έξι μήνες, αλλά για μια ανανεώσιμη περίοδο δύο ετών και έξι μηνών.

Και προβλέπει επίσης παράλληλα την παρουσία ενός υπουργού Εξωτερικών της Ένωσης ο οποίος είναι και αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που μπορεί να παρέχει μια πραγματική διπλωματική υπηρεσία.

Ακόμη και αν όλα αυτά δεν σημαίνουν ριζικές αλλαγές όπως στο παρελθόν, δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι ο ορισμός των προσώπων που βρίσκονται στην εξουσία αν διακατέχονται από ένα πραγματικό κοινοτικό πνεύμα μπορούν να βοηθήσουν τουλάχιστον ώστε να παρέχουν στο μουσείο ένα μικρό ερευνητικό εργαστήριο.

Διότι επαναλαμβάνω ότι δεν είναι αρκετό απλώς να κληθούν και να καλύψουν αυτούς τους ρόλους άτομα γνωστά στην παγκόσμια σκηνή.

Δεν αρκεί το γεγονός ότι ο νέος πρόεδρος γνωρίζει τον Ομπάμα ή τον Hu Juntau αλλά χρειάζεται να τους παρουσιάσει την επιθυμία του να ανοίξει εκ νέου το εργαστήριο με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον.

Είναι ακατανόητο πώς αυτή η επιθυμία θα μπορεί να εκφράζεται από κάποιον που έχει διατηρήσει τη χώρα του έξω από το ευρώ και δεν ήθελε η Συνθήκη της Λισαβόνας να ανοίξει την πόρτα ούτε στον Ευρωπαϊκό Ύμνο ούτε στην Ευρωπαϊκή Σημαία.

Και ο οποίος ταυτόχρονα εκφράζει τη σταδιακή αποστασιοποίηση μεταξύ του Ευρωπαϊκού Λαού και Ευρωπαϊκών Θεσμών.

Ούτε μπορούμε να δεχτούμε ότι, όπως ψιθυρίζεται στους διαδρόμους, οι μεγάλες χώρες δεν αρέσκονται να προτείνουν υποψηφίους "ισχυρούς και ορατούς" από το φόβο ότι η ίδια η χώρα τους θα τεθεί στη σκιά.

Πρέπει να είναι σαφές ότι οι ευρωπαϊκές χώρες θα φύγουν από τη σκιά μόνο όλες μαζί και αν θέτουν εμπόδια στο κοινό μονοπάτι, επιβραδύνουν και τη δική τους πορεία.

Στο Ευρωπαϊκό περίπλοκο παιχνίδι τις επόμενες ημέρες, οι ηγέτες των είκοσι επτά χωρών θα πρέπει να σταθμίσουν τόσο την προσωπική πολιτική εξουσία τους όσο και τη βούληση να επιβεβαιώσουν την ενίσχυση της ευρωπαϊκής πολιτικής.

Και η Ιταλία έχει ασφαλώς κάποια άτομα που πληρούν αυτά τα κριτήρια.

Ωστόσο ακόμη και για ικανούς, γυναίκες και άνδρες, αυτή δεν μπορεί να είναι μια εύκολη διαδρομή, καθώς η Συνθήκη της Λισαβόνας προβλέπει μια Ευρώπη που εξακολουθεί να υποχρεούται να λαμβάνει μεγάλες αποφάσεις με ομοφωνία.

Αλλά σίγουρα οι ικανοί, γυναίκες και άνδρες, και εξοπλισμένοι με το κοινοτικό πνεύμα δεν θα δεχθούν να γίνουν οι φύλακες ενός μουσείου, αν και γεμάτου αριστουργήματα.

Περί δημόσιας αφερεγγυότητας





ΥΠΗΡΧΑΝ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Το 2000 δημοσιεύτηκε ένα από τα πολλά άρθρα που αναφέρονταν στο δημόσιο χρέος και τη σημασία του για την Ελληνική Οικονομία.

Κάτω από την προοπτική ένταξής μας τότε στη ζώνη του ευρώ, κάτι που θα σήμαινε απώλεια του προνομίου άσκησης νομισματικής πολιτικής, η δημοσιονομική εξυγίανση και η δυνατότητα πραγματοποίησής της από τους αρμόδιους με ένα σχέδιο όπου το δημόσιο έλλειμμα δεν θα ξεπερνούσε ως ποσοστό εκείνο της αύξησης του ΑΕΠ, έπαιρνε υψηλή θέση στις ανησυχίες των οικονομολόγων.

Στο πλαίσιο αυτό και το επόμενο άρθρο του τότε καθηγητή του Πανεπιστημίου Κρήτης Γεώργιου Αργείτη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Σπουδαί" (τεύχος 1-2/2000) του Πανεπιστημίου Πειραιά.

Σήμερα και πάλι η (όποια) Ελληνική κυβέρνηση δεν έχει τη δύναμη και το σθένος να αντιμετωπίσει τα προβλήματα στη ρίζα τους αλλά και να δώσει μια μεγαλόπνοη προοπτική δεκαετιών στην οικονομία ώστε με αυτές τις δύο στρατηγικές να καταφέρουμε να βγούμε όσο το δυνατό πιο αλώβητοι από τον ατέρμονα δρόμο της ύφεσης και τον καρκίνο του στασιμοπληθωρισμού.

Παλινδρομεί ψευδόμενη μεταξύ της κομματικής της βάσης, των συμφερόντων των τραπεζών που αργά η γρήγορα κάποιες από αυτές θα κατεβάσουν ρολά ή θα "συγχωνευτούν" (έτσι καλώς ή κακώς λειτουργεί η οικονομία) και των πιέσεων που δέχεται από το εξωτερικό καθώς μια αποτυχία οικονομική και κοινωνική της Ελλάδας θα κλονίσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών και των πολιτών και στις άλλες ασθενείς οικονομίες της Ευρώπης.


ΟΙ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΕΣ - ΤΕΧΝΟΚΡΑΤΕΣ ΔΙΟΙΚΗΤΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Η εμμονή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να διατηρεί χαμηλά τα επιτόκια, ελεγχόμενο τον πληθωρισμό αλλά και να στηρίζει παράλληλα το Eυρωπαϊκό νόμισμα, μια πολιτική που προσπάθησαν να ακολουθήσουν και οι Αμερικάνοι κεντρικοί τραπεζίτες, σε συνδυασμό και αντιστάθμισμα το Ιαπωνικό νόμισμα, δημιούργησε καταστάσεις φούσκας σε διάφορους τομείς της παγκόσμιας οικονομίας.

Φούσκα στην αγορά ακινήτων, φούσκα στις χρηματαγορές, φούσκα στα εμπορεύματα αλλά και φούσκα στη βιομηχανική παραγωγή στην Ασία και ειδικά στην Κίνα με τους τρελούς ρυθμούς ανάπτυξης, φούσκα στο Ντουμπάι, κλπ.

Οι ΗΠΑ προσπάθησαν να στηρίξουν αυτήν την πολιτική με ενεργοποίηση της στρατιωτικής τους μηχανής και τους πολέμους στο Αφγανιστάν, Ιράκ, κλπ.

Κάτι τέτοιο όμως δεν απέδωσε καθώς το διεθνές οικονομικό κύκλωμα είναι ήδη αρκετά παγκοσμιοποιημένο έτσι ώστε ούτε οι ΗΠΑ να μπορούν να το επηρεάσουν αποτελεσματικά αλλά και επειδή οι πολεμικές επιχειρήσεις δημιουργούν κλονισμούς στην ίδια την αμερικανική οικονομία και κοινωνία αλλά και προκαλούν στοχοποίηση του εσωτερικού των ΗΠΑ όπως έγινε με το προειδοποιητικό χτύπημα των δίδυμων πύργων.

Για το λόγο αυτό η Αμερική επέλεξε τελικά πολιτική διολίσθησης του δολαρίου έτσι ώστε να εξισορροπηθούν οι δυνάμεις των αγορών και να ξεφουσκώσουν (παραγωγικά) οι φούσκες.

Η Ευρώπη όμως συνεχίζει την ίδια πολιτική όπως και πριν.

Είναι πολύ πιθανό λοιπόν αργά η γρήγορα ενδεικτικά ο πληθωρισμός στην Ευρώπη να πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις και καθώς η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα προσπαθεί απεγνωσμένα και λανθασμένα να τον ελέγξει με περιοριστικές πολιτικές όπως είναι για παράδειγμα η αύξηση των φόρων, να ζήσουμε σκηνές αγρίου ροκ στην Ευρωπαϊκή Ένωση που θα φτάνουν μέχρι την αμφισβήτησή της.


Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Το κείμενο που ακολουθεί (απόσπασμα του άρθρου) τονίζει λίγο ως πολύ την Ελληνική παθογένεια όσον αφορά τους ελλειμματικούς προϋπολογισμούς και μπορεί να διαβαστεί σχετικά άνετα από μη ειδικούς. Ολόκληρο το άρθρο παρατίθεται στο τέλος.


ΔΗΜΟΣΙΟ ΕΛΛΕΙΜΜΑ, ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ Η ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ

Υπό Γεωργίου Β. Αργείτη, Πανεπιστήμιο Κρήτης


1. Εισαγωγή

Σκοπός της εργασίας είναι να διερευνήσει εμπειρικά, αξιοποιώντας το τεστ των Hamilton και Flavin (1986), τη φερεγγυότητα του ελληνικού δημόσιου τομέα (the solvency problem).

Η σημασία αξιολόγησης της ύπαρξης ή όχι προβλήματος φερεγγυότητας συνδέεται με τη δυνατότητα έκδοσης νέου χρέους από την εκάστοτε κυβέρνηση, και κατά συνέπειαν με την άσκηση επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής.

Στην περίπτωση που ένα τέτοιο πρόβλημα υφίσταται, η κυβέρνηση, θεωρητικά, αντιμετωπίζει περιορισμούς δανεισμού, αφού μειώνεται η δανειοληπτική της ικανότητα.

Μια τέτοια εξέλιξη δημιουργεί αυστηρούς περιορισμούς στην άσκηση της μακροοικονομικής πολιτικής και ειδικότερα στο δημοσιονομικό της σκέλος.

Αντικείμενο της παρούσας εργασίας είναι να διερευνήσει εμπειρικά εάν υφίσταται πρόβλημα φερεγγυότητας στην περίπτωση του ελληνικού δημόσιου τομέα.

Το ερώτημα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία και επικαιρότητα αφού συνδέεται με την συνθήκη του Μάαστριχτ και, όπως θα επισημάνουμε στην ανάλυση μας, με την προοπτική ένταξης της χώρας μας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ). [Σημ. Όταν γραφόταν το άρθρο]

Θέτει επίσης το πρόβλημα της επανεξέτασης των στόχων και των μέσων του συνόλου της οικονομικής πολιτικής και όχι μόνο της μακροοικονομικής πολιτικής.

Το άρθρο χωρίζεται στις παρακάτω ενότητες.

Στην πρώτη ενότητα επιχειρείται μια αξιολόγηση της σχέσης της φερεγγυότητας του δημόσιου τομέα με τη δημοσιονομική πολιτική και τη Συνθήκη του Μάαστριχτ.

Στη δεύτερη και τρίτη ενότητα αναπτύσσουμε το θεωρητικό και εμπειρικό πλαίσιο βάσει του οποίου θα αξιολογήσουμε την ύπαρξη περιορισμού φερεγγυότητας. Στη συνέχεια παρουσιάζουμε τα οικονομετρικά αποτελέσματα και τα βασικά συμπεράσματα της μελέτης που αφορούν την άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής στην παρούσα φάση ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

2. Περιορισμός φερεγγυότητας και δημοσιονομική πολιτική

Όπως έχει επισημανθεί επανειλημμένα στη σχετική βιβλιογραφία και αρθρογραφία το Δημόσιο Χρέος αποτελεί σήμερα ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, καθώς οι εξελίξεις του προσδιορίζουν σε μεγάλο βαθμό τις αλλαγές όχι μόνο των δημοσιονομικών αλλά και άλλων μακροοικονομικών μεγεθών.

Οι μεγάλες δαπάνες εξυπηρέτησής του, οι οποίες συνδέονται άμεσα με τις πολιτικές ελλειμματικών προϋπολογισμών που έχουν εφαρμόσει οι εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις αλλά και με το μεγάλο ύψος του συσσωρευμένου χρέους και τα υψηλά επιτόκια, επιβαρύνουν υπέρμετρα τον Κρατικό Προϋπολογισμό και δημιουργούν προβλήματα στην άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής.

Για παράδειγμα, οι δαπάνες για τόκους το 1996 εκτιμάται ότι απορρόφησαν το 47.3% των συνολικών εσόδων του Τακτικού Προϋπολογισμού (Εισηγητική Έκθεση, Προϋπολογισμός 1997).

Το πρόβλημα του χρέους δεν συνδέεται όμως μόνο με το ύψος του και τις δαπάνες εξυπηρέτησής του.

Η διάρθρωση του χρέους (βραχυχρόνιο και μακροχρόνιο), η δυναμική της αυτοτροφοδότησης που έχει αποκτήσει στην περίπτωση της χώρας μας, οι πιέσεις που ασκούνται στις εγχώριες αγορές χρήματος και κεφαλαίου για την χρηματοδότησή του, οι επιδράσεις του στη διανομή του εισοδήματος κ.ά. δημιουργούν σημαντικές μακροοικονομικές ανισορροπίες και αναπτυξιακές εμπλοκές.

Επιπλέον δημιουργεί σημαντικούς περιορισμούς στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής κυρίως στο δημοσιονομικό της σκέλος.

Η διερεύνηση της φερεγγυότητας του δημόσιου τομέα της ελληνικής οικονομίας αποκτά σημαντικό ενδιαφέρον για δύο βασικούς λόγους.

Πρώτον, γιατί συνδέεται άμεσα με την άσκηση της οικονομικής πολιτικής θέτοντας ερωτήματα όπως α) τη δυνατότητα της εκάστοτε κυβέρνησης να ασκεί πολιτικές ελλειμματικών προϋπολογισμών και των επιπτώσεών τους πάνω σε βασικές μακροοικονομικές μεταβλητές, όπως τον πληθωρισμό, τις επενδύσεις, το ισοζύγιο πληρωμών, κά., β) εάν τέτοιου είδους πολιτικές είναι ρεαλιστικές μακροχρόνια, γ) το πρόβλημα φερεγγυότητας που πιθανόν να δημιουργούν και δ) τις επιπτώσεις και τους περιορισμούς που θέτει η έλλειψη φερεγγυότητας πάνω στη διαδικασία διαμόρφωσης της δημοσιονομικής πολιτικής.

Δεύτερον, λόγω της συμμετοχής της Ελλάδας στις διαδικασίες της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ). Στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) υπάρχει έντονος προβληματισμός (βλέπε Torres και Giavazzi 1993, Kenen 1995) για τις συνέπειες από την ασκούμενη δημοσιονομική πολιτική στην κάθε χώρα — μέλος στην πορεία προς την ΟΝΕ.

Εδώ το ερευνητικό ενδιαφέρον εστιάζεται κυρίως στον τρόπο χρηματοδότησης των δημοσίων δαπανών, στις δυνατότητες συνεργασίας μεταξύ κυβερνήσεων σε θέματα δημοσιονομικής πολιτικής και στο πρόβλημα φερεγγυότητας που πιθανόν να αντιμετωπίζουν.

Η συνθήκη του Μάαστριχτ υπογραμμίζει τη σημασία του τελευταίου, θεωρώντας ότι δημοσιονομικές πολιτικές που δεν είναι συνεπείς με τη μακροχρόνια φερεγγυότητα του δημόσιου τομέα είναι πιθανό να προκαλέσουν αρνητικές συνέπειες στη σταθερότητα της ΟΝΕ.

Σαν αποτέλεσμα, η ίδια συνθήκη επέβαλε μια σειρά από αυστηρούς κανόνες σε μια προσπάθεια συμμόρφωσης, πειθάρχησης και σύγκλισης των δημοσιονομικών πολιτικών των κρατών της Ε.Ε. επιδιώκοντας την αύξηση του βαθμού φερεγγυότητάς τους.

Η κεντρική ιδέα πίσω από τη συνθήκη του Μάαστριχτ είναι ότι η φερεγγυότητα του δημόσιου τομέα της κάθε χώρας — μέλους της Ε.Ε. θα συμβάλει αποτελεσματικά στη δημοσιονομική σύγκλισή τους, προϋπόθεση απαραίτητη για την επιτυχία της πορείας τους προς την ΟΝΕ, αλλά και τη μελλοντική σταθερότητα της τελευταίας.

Στη βάση της η ιδέα αυτή απορρέει από την έκθεση Delors (1989), η οποία θεωρεί ότι η νομισματική ένωση χωρίς δημοσιονομική σύγκλιση είναι αρκετά πιθανό να οδηγήσει σε νομισματική και οικονομική αστάθεια.

Monetary Delors

Πιο συγκεκριμένα, εάν η υπερσυσσώρευση χρέους δημιουργήσει προβλήματα φερεγγυότητας σε μια χώρα — μέλος της Ε.Ε., οι άλλες χώρες είναι πιθανό να αντιμετωπίσουν δημοσιονομικές ανισορροπίες ακόμη και στην περίπτωση που οι πολιτικές τους πειθαρχούν στο στόχο της δημοσιονομικής σύγκλισης.

Μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να προκαλέσει νομισματική αστάθεια ακόμη και νομισματική κρίση σε ένα περιβάλλον υψηλής νομισματικής αλληλεξάρτησης (Buiter, Corsetti και Roubini, 1993).

Αυτό είναι αρκετά λογικό, εάν σκεφτούμε ότι ακόμη και εάν δεν υπάρχει πρόβλημα φερεγγυότητας η πολιτική που θα εφαρμόσει μια κυβέρνηση για τη χρηματοδότηση των δημοσίων ελλειμμάτων θα προκαλέσει αλλαγές στα επιτόκια και στη συναλλαγματική ισοτιμία του εθνικού νομίσματος.

Έτσι, στη συλλογιστική των ιδρυτών της συνθήκης του Μάαστριχτ, ο περιορισμός των δημοσίων ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ δεν ικανοποιεί μόνο τα ποσοτικά κριτήρια της δημοσιονομικής σύγκλισης, αλλά βελτιώνει το ποιοτικό κριτήριο της φερεγγυότητας, συμβάλλοντας στη σταθερότητα της ΟΝΕ.

Επιπρόσθετα, η βελτίωση της φερεγγυότητας του δημόσιου τομέα αλλά και η συνεπής επιδίωξή της από την πλευρά της εκάστοτε κυβέρνησης μειώνει τον εθνικό κίνδυνο αποτυχίας (national default risk premia) εισόδου στην ΟΝΕ.

Αυτό έχει θετικές επιπτώσεις στην επιτυχία της νομισματικής και συναλλαγματικής πολιτικής σε εθνικό επίπεδο (σύγκλιση επιτοκίων και συναλλαγματική σταθερότητα μεταξύ των χωρών — μελών), και στην προσπάθεια μείωσης του πληθωρισμού και σταθερότητας των τιμών.

Με βάση λοιπόν το εμπειρικό αποτέλεσμα της παρούσας εργασίας πληροφορίες και συμπεράσματα θα προκύψουν σχετικά με τα εξής: α) αν οι δημοσιονομικές πολιτικές που έχουν εφαρμοστεί στη χώρα μας κατά τη χρονική διάρκεια του εμπειρικού μας υποδείγματος εξασφαλίζουν τη μακροχρόνια φερεγγυότητα του δημόσιου τομέα, β) αν μπορούν να συνεχιστούν στο μέλλον και γ) εάν τα χαρακτηριστικά του μακροοικονομικού περιβάλλοντος της σχετικής περιόδου ήταν σταθερά.

Στο σημείο αυτό θα ήταν χρήσιμο να επισημάνουμε ότι σύμφωνα με την αναλυτική προσέγγιση που υιοθετούμε στη μελέτη αυτή, εάν η εμπειρική ανάλυση απορρίψει την υπόθεση περί φερεγγύου δημόσιου τομέα, τότε αλλαγές στην άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής και στο μακροοικονομικό περιβάλλον (ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης, πληθωρισμός, επιτόκια, δημόσια ελλείμματα) είναι αναγκαίες, πολύ περισσότερο στην περίπτωση που η χώρα μας επιθυμεί την ένταξή της στην ΟΝΕ.

Πρέπει επιπρόσθετα να επισημάνουμε ότι το όποιο τεστ φερεγγυότητας αξιολογεί τον βαθμό εφικτότητας και όχι ορθολογισμού της δημοσιονομικής πολιτικής και των δημοσίων οικονομικών.

Ωστόσο, δεν υπάρχει δυνατότητα χρονικής εκτίμησης και πρόβλεψης των πιθανών αλλαγών στο δημοσιονομικό σκέλος της οικονομικής πολιτικής, αλλά μόνο εκτίμηση της αναγκαιότητας αλλαγών για επίτευξη σταθερότητας στα δημόσια οικονομικά.

Βέβαια, στην περίπτωση της συνθήκης του Μάαστριχτ, το επιβεβλημένο χρονοδιάγραμμα για το πέρασμα στο τρίτο στάδιο της ΟΝΕ λειτουργεί ως αυστηρός οδηγός προδιαγεγραμμένων αλλαγών στη δημοσιονομική πολιτική της κάθε χώρας-μέλους της Ε.Ε.

3. Το θεωρητικό πλαίσιο της ανάλυσης

Όταν μια κυβέρνηση ακολουθεί πολιτικές ελλειμμάτων, υποθετικά υπόσχεται στους πιστωτές της ότι θα δημιουργήσει πλεονάσματα στον Κρατικό Προϋπολογισμό τα οποία θα αντισταθμίσουν, στο μέλλον, τα ελλείμματα του παρελθόντος.

Εάν λοιπόν η κάθε κυβέρνηση υπόκειται σε αυτή τη δέσμευση, τότε πολιτικές διαχρονικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων είναι πιθανό να μην είναι εφικτές, όπως επισημαίνουν οι Hamilton και Flavin (1986).

Η δυνατότητα ή όχι να έχεις συνεχή ελλείμματα στον Κρατικό Προϋπολογισμό έχει, ωστόσο, σημαντικές επιπτώσεις στην αποτελεσματικότητα της μακροοικονομικής πολιτικής στο σύνολό της.

Για παράδειγμα, εάν μια κυβέρνηση αυξήσει τους φόρους στην προσπάθειά της να δημιουργήσει επιπρόσθετα δημόσια έσοδα, τότε το δημόσιο έλλειμμα είναι αρκετά πιθανό να μην έχει σημαντική επεκτατική επίδραση στη συνολική ζήτηση, στο ΑΕΠ, την απασχόληση, κ.λπ.

Επίσης, εάν η αύξηση των δημοσίων εσόδων προέλθει από τη δημιουργία νέου χρήματος, τότε το δημόσιο έλλειμμα είναι πιθανό να προκαλέσει πληθωριστικές πιέσεις στην οικονομία (Sargent, 1982).

Στη σχετική βιβλιογραφία (βλέπε Hamilton και Flavin 1986, Corsetti και Roubini 1991, 1993) ο χρεώστης μπορεί να αποκαλεστεί φερέγγυος εάν οι υποχρεώσεις του δεν ξεπερνούν την παρούσα αξία των μελλοντικών του εσόδων, τα οποία μπορούν να διατεθούν για την εξυπηρέτηση του χρέους του.

Πρέπει στο σημείο αυτό να υπογραμμιστεί το γεγονός ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές στον περιορισμό φερεγγυότητας που αντιμετωπίζει ο δημόσιος τομέας, και κατά προέκταση μια κυβέρνηση, με εκείνον που αντιμετωπίζει ένας ιδιώτης χρεώστης ή ο ιδιωτικός τομέας στο σύνολό του.

Κάθε κυβέρνηση μπορεί "σχετικά εύκολα" (το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο λειτουργίας της οικονομίας και η ιδεολογικοπολιτική ταυτότητα της κυβέρνησης παίζουν σημαντικό ρόλο εδώ) να αυξήσει τα μελλοντικά της έσοδα, μέσω μιάς αύξησης φόρων.

Ο ιδιωτικός τομέας στερείται ενός τέτοιου μηχανισμού ανακατανομής πόρων.

Αυτό σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται ότι η συσσώρευση δημόσιου χρέους είναι μια μεταβλητή αδιάφορη για την εκάστοτε κυβέρνηση.

Η υπερσυσσώρευση χρέους είναι πιθανό να δημιουργήσει έναν σημαντικό περιορισμό στην άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής, αφού περιορίζει τους βαθμούς ελευθερίας της κυβέρνησης να ασκήσει την όποια επιθυμητή για εκείνην οικονομική πολιτική.

Ο περιορισμός αυτός γίνεται περισσότερο ασφυκτικός στην περίπτωση που ο δημόσιος τομέας στερείται φερεγγυότητας.

Συνεπώς, ο περιορισμός φερεγγυότητας, ως μηχανισμός άσκησης πίεσης στη δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης, θα μπορούσε να μετατραπεί και να λειτουργήσει και ως δημοσιονομικός κανόνας.

Η εφαρμογή του, ουσιαστικά, απαιτεί ισοσκελισμένο Προϋπολογισμό μακροχρόνια.

Κάτι τέτοιο μπορεί να επιτευχθεί είτε με ισοσκέλιση των εσόδων και εξόδων του δημόσιου τομέα ανά οικονομικό έτος, είτε με μελλοντικούς πλεονασματικούς Κρατικούς Προϋπολογισμούς που θα αντισταθμίσουν τους ελλειμματικούς του παρελθόντος.

Όπως αρχικά είχε υποστηριχθεί από τους Hamilton και Flavin (1986) και αργότερα από τους Buiter, Corsetti και Roubini (1993), μια βασική προϋπόθεση για την επίτευξη μακροχρόνιας ισορροπίας στα δημόσια οικονομικά είναι η ισότητα μεταξύ του ρυθμού μεγέθυνσης της οικονομίας και του επιτοκίου αποπληρωμής του χρέους.

Πιο συγκεκριμένα, εάν μια κυβέρνηση δανείζεται με πραγματικό επιτόκιο το οποίον είναι ίσο ή μεγαλύτερο του ρυθμού μεγέθυνσης της οικονομίας, τότε τα συνεχιζόμενα ελλείμματα θα αυξήσουν τον λόγο του χρέους προς το ΑΕΠ, μειώνοντας τη φερεγγυότητα του δημόσιου τομέα.

Σε αυτή την περίπτωση είναι δύσκολη η εκτίμηση της συμπεριφοράς των πιστωτών της κυβέρνησης, δηλαδή εάν θα συνεχίσουν να χρηματοδοτούν τα ελλείμματα του Κρατικού Προϋπολογισμού, αγοράζοντας δημόσιο χρέος.

Μια κυβέρνηση θα ήταν ωστόσο ικανή να προστατεύσει τη φερεγγυότητά της, εάν είναι αξιόπιστη για τη δυνατότητά της να υλοποιήσει πολιτικές πλεονασματικών Προϋπολογισμών στο μέλλον.

Η ανάκτηση της φερεγγυότητας συνδέεται εδώ με τον τρόπο διαμόρφωσης των προσδοκιών (ορθολογικών ή όχι) των πιστωτών για τη μακροχρόνια αξιοπιστία της εκάστοτε κυβέρνησης.

Στην περίπτωση που το πραγματικό επιτόκιο δανεισμού είναι μικρότερο του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης, τότε οι πολιτικές ελλειμματικού Προϋπολογισμού είναι δυνατό να συνεχιστούν χωρίς να συμβάλλουν στην αύξηση του λόγου του δημοσίου χρέους προς το ΑΕΠ (Buiter 1979, Hamilton και Flavin 1986, Buiter, Corsetti και Roubini 1993).

Σε ένα τέτοιο μακροοικονομικό περιβάλλον ο δημόσιος τομέας θα εξακολουθούσε να είναι φερέγγυος για τους δανειστές του. Αυτό σημαίνει δυνατότητα έκδοσης νέου χρέους
για τη χρηματοδότηση νέων ελλειμμάτων και την εφαρμογή επεκτατικών δημοσιονομικών πολιτικών.

Με δεδομένη λοιπόν τη μακροοικονομική δομή και την οικονομική συγκυρία, το δημόσιο έλλειμμα και η υπερσυσσώρευση δημόσιου χρέους είναι πιθανό να λειτουργήσουν ως ένας σημαντικός περιορισμός στην ασκουμένη δημοσιονομική πολιτική.

Συνοπτικά, η βασική υπόθεση είναι ότι η κυβέρνηση υπόκειται σε περιορισμό δανεισμού ο οποίος προσδιορίζεται μακροχρόνια από τη σχέση μεταξύ της παρούσας αξίας των δημοσίων
δαπανών (καθαρών από τόκους) με τη παρούσα αξία των δημοσίων εσόδων.

Ουσιαστικά, ο περιορισμός είναι ότι μακροχρόνια ο Κρατικός Προϋπολογισμός θα πρέπει να είναι ισοσκελισμένος για να διατηρεί ο δημόσιος φορέας τη φερεγγυότητά του.

...

Όλο το άρθρο:

t50_n1-2_199to217

* Ο Γιώργος Αργείτης είναι επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Αποφοίτησε από το Οικονομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών. Συνέχισε τις μεταπτυχιακές του σπουδές (MSc) στο Birkbeck College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και (Ph.D) στο Πανεπιστήμιο του Cambridge. Τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται κυρίως στη μακροοικονομική θεωρία και πολιτική και στη διεθνή πολιτική οικονομία. Έχει δημοσιεύσει άρθρα σε διεθνή και ελληνικά επιστημονικά περιοδικά όπως Review of Political Economy, Journal of Post Keynesian Economics, Σπουδαί κ.λπ.

* Το περιοδικό ΣΠΟΥΔΑΙ εκδίδεται από το 1950, Ιδιοκτησία: Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Μ. Καραολή & Α. Δημητρίου 80, 185 34 Πειραιάς.

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2009

Με περιορισμούς το TVXS




Προσωρινή διαταγή για αναστολή δημοσίευσης σχολίων στην ηλεκτρονική εφημερίδα του Στέλιου Κούλογλου TVXS εκδόθηκε από την Πρωτοδίκη Φεβρωνία Τσιμπουράκη ύστερα από αίτηση των καθηγητών του Πανεπιστημίου Κρήτης Δημητρίου Κοτρόγιαννου, Κωνσταντίνου Λάβδα και Μαρίας Μενδρινού οι οποίοι θεωρούν ότι θίγονται από δημοσιεύσεις του μέσου αλλά και σχόλια αναγνωστών που φιλοξενεί στις ηλεκτρονικές του σελίδες.

Η υπόθεση έχει σχέση με τον τραγικό θάνατο του καθηγητή του πανεπιστημίου Στέλιου Αλεξανδρόπουλου.

Ο καθηγητής ύστερα από διαμαρτυρίες φοιτητών που υποστήριζαν ότι αδικήθηκαν από τη διαδικασία για την ανάδειξη μεταπτυχιακών φοιτητών στο πανεπιστήμιο Κρήτης, απευθύνθηκε στην αρμόδια επιτροπή του ιδρύματος, καταγγέλλοντας παρανομίες και αυθαιρεσίες στην αξιολόγηση των υποψηφίων για το μεταπτυχιακό πρόγραμμα του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης.

Αφού οι ενστάσεις του δεν εισακούστηκαν δημοσιοποίησε το γεγονός σύμφωνα με τις απόψεις του με αποτέλεσμα να παραπεμφθεί με την κατηγορία της οριστικής παύσης στο Υπηρεσιακό Συμβούλιο του πανεπιστημίου από τον πρύτανη Γιάννη Παλλήκαρη.

Με χρόνια καρδιολογικά προβλήματα και λόγω του φορτισμένου κλίματος τελικά ο κος Αλεξανδρόπουλος απεβίωσε στο γραφείο του.

Όλη την ιστορία έχει καλύψει το TVXS αλλά ιδιαίτερα αποκαλυπτικά αποδεικνύονται και τα σχόλια των αναγνωστών που δημιούργησαν πολύ καπνό.

Αν υπάρχει πραγματικά φωτιά είναι στην αρμοδιότητα της Δικαιοσύνης να κρίνει αφού η υπόθεση εξετάζεται από πολλές πλευρές χωρίς πάντως να μπορούν να στοιχειοθετηθούν ακόμη ποινικές ευθύνες ως προς το θάνατο του καθηγητή.

Έχουμε την άποψη πάντως ότι με την προσωρινή διαταγή που εξέδωσε η κα Τσιμπουράκη δεν βοηθά στη διαλεύκανση της υπόθεσης ούτε εξυπηρετεί το δικαίωμα των πολιτών στην πληροφόρηση.

Πέρα από τα νομικίστικα, για το αν δηλαδή η πρωτοδίκης έχει πράγματι νόμιμο δικαίωμα να εκδίδει προσωρινή διαταγή χωρίς μάλιστα αιτιολογία σε μια υπόθεση ειδικής διαδικασίας που δεν χωρούν ούτε ασφαλιστικά μέτρα ιδιαίτερα όταν οι αιτούντες δεν έχουν κάνει απολύτως τίποτα για να διαμαρτυρηθούν στο μέσο και τους υπευθύνους του, υπάρχει και το ουσιαστικό.

Τα ΜΜΕ βοηθούν τη Δικαιοσύνη αναδεικνύοντας στην επικαιρότητα τις στρεβλές και πολλές φορές παράνομες καταστάσεις.

Με τη φίμωση των σχολίων των αναγνωστών και την τρομοκράτηση του TVXS ακόμη και να ήξερε κάποιος κάτι συγκεκριμένο για την παρούσα υπόθεση η οποία εκκρεμεί ενώπιον της Δικαιοσύνης τώρα δεν θα αναλάβει το ρίσκο να καταγγείλλει και να μιλήσει δημόσια.

Αυτή μάλλον θα πρέπει να ήταν και μια αν όχι η κύρια επιδίωξη των αιτούντων καθηγητών.

Βέβαια κανένας δεν υποχρεώνει το TVXS να εκτελέσει αυτή τη διαταγή αφού δεν πρόκειται για δικαστική απόφαση.

Το χειρότερο που θα μπορούσε να πάθει ο Στέλιος Κούλογλου είναι να κατηγορηθεί για απείθεια.

Μια επιπλέον διαφήμιση για τον ίδιο και το TVXS και μια επιπλέον δυσφήμιση για τη χώρα μας και το σεβασμό στις συνταγματικές ελευθερίες.

Οι κύριοι καθηγητές είναι ηθικά επιλήψιμοι.

Στην αγωγή τους δε διακρίνει κάποιος ούτε ίχνος ευαισθησίας για έναν άνθρωπο που χάθηκε στον πανεπιστημιακό χώρο που ασκούσε τα καθήκοντά του. Όποιος και να ήταν αυτός.

Περιορίζονται να δηλώσουν ότι δεν έχουν κριθεί κατηγορούμενοι καθώς δεν υπάρχουν ακόμη επαρκή στοιχεία για τη δίωξή τους αγνοώντας πλήρως τα πραγματικά περιστατικά που αν και δεν οδηγούν στην ποινική δίωξη ωστόσο δεν τιμούν την πανεπιστημιακή κοινότητα.

Το όλο θέμα όζει, σημάδι και αυτό των καιρών μας.


Δείτε όσο υπάρχουν ακόμη διαθέσιμα:

http://www.tvxs.gr/v26518

Ειδικά σχόλια και από τον:

E-Lawyer.


ΟΠΑ με επιχειρήματα




2ο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Επιχειρηματολογίας ΟΠΑ

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Ο Ρητορικός Όμιλος της Φοιτητικής Λέσχης του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΟΠΑ) διοργανώνει το Σάββατο 28 και την Κυριακή 29 Νοεμβρίου το 2ο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Επιχειρηματολογίας και βρίσκεται στην ευχάριστη θέση να σας προσκαλέσει να παρακολουθήσετε τον Τελικό Αγώνα, που θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 29 Νοεμβρίου και ώρα 5:30 μ.μ. στο Αμφιθέατρο “Αντωνιάδου”. Η παρουσία σας θα είναι τιμή για μας.

Με τιμή,
Η Οργανωτική Ομάδα
Ρητορικού Ομίλου
Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών



Webpage: http://auebdebatingtournament.blogspot.com/, http://www.aueb.gr/pages/news/popup.php?catid=17&index=0



Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2009

Από Ε.Σ.Υ.Ε. σε Ε.ΣΤ.Α. και τα προβλήματά σας λύθηκαν




Άγνωστες οι βουλές (και οι βούλες) της διαβούλευσης για τη νέα ΕΣΥΕ με το όνομα ΕΣΤΑ (Ελληνική Στατιστική Αρχή).

Το σχέδιο νόμου, που κατά πάσα περίπτωση όπως ακριβώς θα το διαβάσετε στο τέλος θα αναρτηθεί στο διαδίκτυο για διαβούλευση, διέρρευσε σε αρκετά ΜΜΕ.

Το προσχέδιο είναι πολύ πονηρό σε συγκεκριμένα σημεία του ενώ σίγουρο είναι πια ότι δεν μπορεί ή δε θέλει να εξυπηρετήσει τους σκοπούς τους οποίους επαγγέλθηκαν οι κυβερνητικοί παράγοντες.

Πέρα από το γεγονός ότι θα μπορούσε να κηρυχθεί αντισυνταγματικός κάθε νόμος που θεσπίζει ανεξάρτητες αρχές που δεν προβλέπονται από το ίδιο το Σύνταγμα ή το Διεθνές Δίκαιο, είναι φανερό επίσης ότι αποτελεί μόνο μια πρόγευση από μια σειρά παρόμοιων ατυχών αλλαγών και νομοθετικών μεταρρυθμίσεων που θα συνεχιστούν όπως φαίνεται και με άλλα νομικά κείμενα.

Για παράδειγμα, στο νομοσχέδιο ορίζονται έννοιες όπως "επίσημες στατιστικές" σε αντιδιαστολή μάλλον με τις ανεπίσημες.

Στο μέλλον θα μπορούσε δηλαδή να υπάρξει μια ειδική ρύθμιση που θα απαγόρευε κάτω από ορισμένες συνθήκες την πραγματοποίηση ερευνών και δημοσιοποίηση στατιστικών αποτελεσμάτων από φορείς που δεν είναι πιστοποιημένοι να διεξάγουν επίσημες στατιστικές.

Θα μπορούσε να είναι το τέλος των προεκλογικών δημοσκοπήσεων από μη "ανεξάρτητη" αρχή, όπως είναι οι ιδιωτικές εταιρείες, ή των τιμοληψιών που πραγματοποιεί ο νομάρχης μας Γιάννης Μίχας στον Πειραιά, γεγονός που θα έκανε ίσως κάποιον να ισχυριστεί ότι μπαίνουν τα πράγματα σε τάξη αλλά με τέτοιο περιορισμό που θεσπίζεται στην ουσία η ενός ανδρός αρχή.

Αναφέρονται επίσης όροι όπως "στατιστικές εργασίες" με αόριστα δεοντολογικά περιτυλίγματα και ορίζεται ότι αυτές οι εργασίες πρέπει να "διέπονται από τις αρχές της αμεροληψίας, της αξιοπιστίας, της διαφάνειας, της εμπιστευτικότητας, της αποτελεσματικότητας και της καταλληλότητας".

Αύριο, σύμφωνα με τις πολιτικές επιλογές της δεδομένης στιγμής, θα μπορεί να μεγαλώνει ή να μικραίνει το καλάθι των θεσπισμένων με υπουργική απόφαση "στατιστικών εργασιών" οι οποίες θα διέπονται από τα χαρακτηριστικά της καταλληλότητας ή εμπιστευτικότητας.

Σήμερα, όπως σε όλα σχεδόν τα υπουργεία, έτσι και στο υπουργείο Οικονομικών, υπηρετεί ένας μεγάλος αριθμός υπαλλήλων της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΕΥΠ).

Συγκεκριμένες διευθύνσεις μάλιστα όπως είναι η 3* Δ/νση *** *** στην Αθήνα στελεχώνονται εξ' ολοκλήρου, σύμφωνα με πληροφορίες, από στελέχη της ΕΥΠ ώστε να φιλτράρουν κάποιες οικονομικές πληροφορίες που εισέρχονται ή εξέρχονται από τις δημόσιες υπηρεσίες από και προς τις αρμόδιες αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αν σκεφτεί κάποιος πονηρά, καθώς σύμφωνα με το σχέδιο νόμου ορίζεται ρητά ότι η Ε.ΣΤ.Α. "επιτρέπεται να ζητάει και να λαμβάνει γνώση των μητρώων και αρχείων των κρατικών υπηρεσιών του Δημοσίου και των νομικών προσώπων του δημοσίου τομέα" και ότι η "άρνηση λειτουργού , ή υπαλλήλου ή μέλους διοίκησης , να διαβιβάσει τα στοιχεία και της πληροφορίες , όπως ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο, συνιστά το πειθαρχικό παράπτωμα της παράβασης καθήκοντος και για μέλος διοίκησης νομικού προσώπου, σπουδαίο λόγο που δικαιολογεί την αντικατάστασή του" καταλαβαίνει που πάει το πράγμα.

Το μεγαλύτερο καλαμπούρι είναι στο σημείο όπου ορίζεται ότι η αρχή θα διοικείται, μαζί με τον πρόεδρο, από Διοικητικό Συμβούλιο που θα συγκροτείται από πέντε (5) μέλη που υποδεικνύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος, την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΟΚΕ), το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ (ΙΝΕΓΣΕΕ), το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) και το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών ( ΕΚΚΕ).

Από παρακρατικές δηλαδή οργανώσεις (με την καλή έννοια) που μας έχουν κατσικωθεί θεσμικά εδώ και χρόνια στο κεφάλι και υποτίθεται ότι εκφράζουν τις κοινωνικές δυνάμεις ή την επιστημονική και τεχνοκρατική γνώση.

Αυτή η συνταγή με τις κοινωνικές ολιγαρχίες συγκυβέρνησης και συνδιαχείρησης που παράγουν τα νέα κομματικά στελέχη των εκατομμυριούχων που, αργότερα, αφού αποδείξουν, θα στελεχώσουν χωρίς μανδύα πια την κρατική μηχανή, έχουν οδηγήσει το ιδεολογικό κομματικό φαινόμενο σε παρακμή και την κοινωνία σε αδιέξοδο.

Αντί τα κόμματα να είναι ένα πεδίο ευρέων κοινωνικών ζυμώσεων με πολιτικές δημόσιες θέσεις και αντιπαραθέσεις μεταξύ τους που θα οδηγούν στην υιοθέτηση τελικά κυβερνητικών πολιτικών έχουμε καταντήσει να περιμένουμε τι θα μας πει και θα αποφασίσει να κάνουμε, εντελώς δημοκρατικά, τάχα η ΟΚΕ, το ΕΚΚΕ και το ΣΕΚΕ.

Αυτές οι πυθίες δεν πείθουν κανέναν πια.

Κάποιος πρέπει να έχει τα κότσια να αναλαμβάνει και την πολιτική όσο και την ποινική ευθύνη.

Κατά τα λοιπά, "τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Ε.ΣΤ.Α. απολαύουν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας, δεσμεύονται μόνο από το νόμο και τη συνείδησή τους, και όσα από αυτά υποδεικνύονται, δεν εκπροσωπούν τους φορείς που τους πρότειναν".

Τώρα το γλυκό έδεσε!

Αυτές οι διατάξεις που υποτίθεται δίνουν ανεξαρτησία στις λεγόμενες Αρχές ουσιαστικά αφήνουν στο απυρόβλητο τις διοικήσεις τους αφού μπορούν να αποφασίζουν ό,τι αποφασίζουν χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν.

Προσέξτε:

"Δεσμεύονται μόνο από το νόμο και τη συνείδησή τους".

Ο νόμος δηλαδή έρχεται στην ίδια μοίρα με τη συνείδηση για παράδειγμα ενός καλοπληρωμένου εργατοπατέρα της ΓΣΕΕ.

Μα πολλοί από αυτούς έχουν κατηγορηθεί δημόσια ότι είναι ασυνείδητοι!

Δεν ακούγεται και πολύ δημοκρατικό αυτό.

Στη συνέχεια του νομοσχεδίου προβλέπεται ότι τα στατιστικά στοιχεία που συλλέγονται και επεξεργάζονται από την Ε.ΣΤ.Α. δημοσιεύονται ή διαδίδονται αποκλειστικά από τα αρμόδια όργανά της.

Ακόμη και η διάδοση δηλαδή στατιστικών πληροφοριών που συλλέχθηκαν από τη Στατιστική Υπηρεσία δεν είναι νόμιμη ακόμη και με άδεια της ίδιας της Αρχής.

Θα μπορούσε κάποιος να αναλύει επί ώρες τους κινδύνους και την ανεπάρκεια σχεδιασμού και πολιτικής που διαφαίνονται από αυτό το νομοσχέδιο.

Με δυό λόγια:

Πρόκειται για μια πολύ επικίνδυνη νομοθετική σαλάτα που θα δημιουργήσει πάρα πολλά προβλήματα στο μέλλον.

Η ΕΣΥΕ πρέπει να μείνει ως έχει και να αναπτυχθεί ακόμη περισσότερο ως σύγχρονη και υποδειγματική δημόσια υπηρεσία, παράδειγμα και για τις υπόλοιπες.


Η ανεξαρτησία που έχει η ΕΣΥΕ ως Γενική Γραμματεία είναι αρκετή.

Ο θεσμός των Γενικών Γραμματειών είναι ευέλικτος και χρησιμοποιείται κάθετα, οριζόντια ή ... τεθλασμένα στη Δημόσια Διοίκηση και θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί άμεσα και από τη νέα κυβέρνηση για την αντιμετώπιση των επειγουσών αναγκών με τη διευκρίνηση προς όλους ότι δεν αποτελεί "μπετόν αρμέ" του Δημοσίου αλλά σύγχρονος και μοντέρνος μηχανισμός από τον οποίο θα μπορούσε να προκύψει ή να αναγεννηθεί και ένα ολόκληρο υπουργείο κάτι που θα ήταν αδύνατο να γίνει στους χώρους όπου επικρατεί το βαθύ κράτος.

Οι Γενικές Γραμματείες θα πρέπει να είναι το "μετρό" της Δημόσιας Διοίκησης.

Επιτέλους, είναι εξάλλου ντροπή και προσβολή για το Ελληνικό Κράτος και για όλους τους Έλληνες να θεσπίζονται συνέχεια ανεξάρτητες αρχές με την παραδοχή ότι η Δημόσια Διοίκηση δεν μπορεί να λειτουργήσει απαλλαγμένη από κομματικά και παρακρατικά στοιχεία.

Και είναι ακόμη μεγαλύτερη ντροπή να αποδεικνύονται στην πράξη κάποιες ανεξάρτητες αρχές βασιλικότερες του βασιλέως.

Για το λόγο αυτό θα πρέπει όχι μόνο να μη δημιουργηθούν ακόμη και άλλες περισσότερες ανεξάρτητες αρχές αλλά να καταργηθούν όλες όσες υπάρχουν με εξαίρεση το Συνήγορο του Πολίτη που θα αναλάβει και τις ουσιαστικές λειτουργίες των άλλων με περιορισμό όμως των αρμοδιοτήτων και γνωμοδοτική μόνο εξουσία.

Για τα υπόλοιπα υπάρχει η Δικαιοσύνη και η Βουλή (για όσους το έχουν ξεχάσει).



* Ακολουθεί το κείμενο του φερόμενου σήμερα σχεδίου νόμου για τη νέα ΕΣΥΕ (Ε.ΣΤ.Α)

ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΓΙΑ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ
Σύσταση της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (Ε.ΣΤ.Α.)
Ως Ανεξάρτητης Διοικητικής Αρχής-Ν.Π.Δ.Δ.

Άρθρο 1

Σκοπός - Φορείς Εθνικού Στατιστικού Συστήματος

1. Σκοπός του νόμου αυτού, είναι η τροποποίηση και η θεσμική ενίσχυση του συστήματος παραγωγής των επίσημων στατιστικών της χώρας.

2. Φορείς του εθνικού στατιστικού συστήματος είναι η Ελληνική Στατιστική Αρχή (Ε.ΣΤ.Α.), που συνιστάται με το επόμενο άρθρο, καθώς και οι κρατικές υπηρεσίες και οι φορείς του δημόσιου τομέα, που εκτελούν στατιστικές εργασίες με σκοπό την παραγωγή επίσημων στατιστικών, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού.

3. Ως επίσημες στατιστικές νοούνται οι στατιστικές που παράγονται από την Ε.ΣΤ.Α., καθώς και οι στατιστικές που παράγονται από κρατικές υπηρεσίες και φορείς του δημοσίου τομέα και πιστοποιούνται από την Ε.ΣΤ.Α. σύμφωνα με το άρθρο 2.

4. Οι στατιστικές εργασίες διέπονται από τις αρχές της αμεροληψίας, της αξιοπιστίας, της διαφάνειας, της εμπιστευτικότητας, της αποτελεσματικότητας και της καταλληλότητας.

5. Για την παραγωγή των στατιστικών αποτελεσμάτων εφαρμόζεται ενιαίο σύστημα εννοιών, ορισμών, στατιστικών ενοτήτων, ονοματολογίας και κωδικών, σύμφωνα με τις γενικά αποδεκτές επιστημονικές μεθόδους και τις πρακτικές του Ευρωπαϊκού Στατιστικού
Συστήματος.

Άρθρο 2

Σύσταση Ανεξάρτητης Διοικητικής Αρχής, ως Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου,
με την επωνυμία «Ελληνική Στατιστική Αρχή» (Ε.ΣΤ.Α.).

Σκοπός της Ε.ΣΤ.Α.

1. Συνιστάται Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή με την επωνυμία «Ελληνική Στατιστική Αρχή (Ε.ΣΤ.Α.)».

Η Ελληνική Στατιστική Αρχή αποτελεί Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, λειτουργεί αποκλειστικά χάριν του δημοσίου συμφέροντος και απολαύει λειτουργικής ανεξαρτησίας και διοικητικής αυτοτέλειας.

2. Έδρα της Ε.ΣΤ.Α. ορίζεται ο Δήμος Πειραιώς. Η επίσημη ονομασία της E.ΣΤ.Α. στην αγγλική γλώσσα είναι Hellenic Statistical Authority (HSA) και στη γαλλική γλώσσα Autorite Statistique Hellenique (AHS).

3. Η Ε.ΣΤ.Α. έχει σκοπό τη συστηματική παραγωγή επίσημων στατιστικών, καθώς και τη διενέργεια επιστημονικών ερευνών και τη κατάρτιση μελετών, οι οποίες: α) αφορούν όλους τους τομείς της δραστηριότητας του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, β) υποστηρίζουν τη διαδικασία λήψης αποφάσεων και χάραξης και αξιολόγησης πολιτικών της Κυβέρνησης και των φορέων του δημοσίου(δείκτες αξιολόγησης), γ) υποβάλλονται σε διεθνείς φορείς σύμφωνα με τις υποχρεώσεις της χώρας και δ) αφορούν στο γενικό κοινό ή κατηγορίες χρηστών στατιστικών στοιχείων στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό.

4. Η Ε.ΣΤ.Α. καταρτίζει και εφαρμόζει ετήσιο στατιστικό πρόγραμμα, λαμβάνοντας υπόψη τις υποχρεώσεις της χώρας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλους διεθνείς οργανισμούς. Το στατιστικό πρόγραμμα κάθε έτους καταρτίζεται και εγκρίνεται από το Διοικητικό Συμβούλιο της Ε.ΣΤ.Α. μέχρι την 31η Μαρτίου του προηγουμένου έτους και περιλαμβάνει: α) το σχεδιασμό των στατιστικών εργασιών που θα πραγματοποιηθούν το επόμενο έτος, τα στατιστικά όργανα που θα τις διεξάγουν, τη γενική περιγραφή των σκοπών και του πλαισίου των ερευνών, το χρόνο και τόπο διεξαγωγής τους, καθώς και τους απαιτούμενους ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους και β) τον απολογισμό των πεπραγμένων του προηγουμένου ετήσιου στατιστικού προγράμματος.

5. Το ετήσιο στατιστικό πρόγραμμα μετά την έγκρισή του, διαβιβάζεται στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής και δημοσιεύεται, ώστε να έχουν πρόσβαση σε αυτό, οι φορείς του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα και οι πολίτες.

6. Η Ε.ΣΤ.Α. διενεργεί κάθε είδους απογραφές και ιδιαίτερα: α) πληθυσμού και οικοτεχνίας, β) οικοδομών και κατοικιών, γ) γεωργίας και κτηνοτροφίας και δ) καταστημάτων και επιχειρήσεων.

7. Η Ε.ΣΤ.Α. μεριμνά για την αποτελεσματική διάχυση της στατιστικής πληροφόρησης και την προαγωγή των στατιστικών θεμάτων και της οικονομικής έρευνας στα πλαίσια της διεθνούς συνεργασίας της χώρας.

8. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται τα σχετικά με τη χρηματοδότηση και την κατανομή των δαπανών κάθε απογραφής.

9. Η Ελληνική Στατιστική Αρχή εποπτεύεται από τον Υπουργό Οικονομικών.

Άρθρο 3

Όργανα διοίκησης της Ε.ΣΤ.Α. – Διοικητικό Συμβούλιο

1. Όργανα διοίκησης της Ε.ΣΤ.Α. είναι, ο Πρόεδρος της Ε.ΣΤ.Α. και το Διοικητικό Συμβούλιο.

2. Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι εννεαμελές, έχει τετραετή θητεία και ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Αποτελείται από τον Πρόεδρο της Ε.ΣΤ.Α., ως Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου, τον
Αντιπρόεδρο του )ιοικητικού Συμβουλίου που ορίζεται από τον Υπουργό των Οικονομικών, τον Πρόεδρο του Σώματος Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων (ΣΟΕ), έναν εκπρόσωπο των εργαζομένων στην Ε.ΣΤ.Α., και από πέντε (5) μέλη που υποδεικνύονται αντίστοιχα από την Τράπεζα της Ελλάδος, την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΟΚΕ), το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ (ΙΝΕΓΣΕΕ), το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) και το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών ( ΕΚΚΕ). Τα οριζόμενα, υποδεικνυόμενα ή εκλεγόμενα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, πρέπει να είναι κάτοχοι πτυχίου ελληνικού ΑΕΙ ή ισότιμου αναγνωρισμένου τίτλου αλλοδαπού εκπαιδευτικού ιδρύματος.

3. Το Διοικητικό Συμβούλιο, είναι το ανώτατο όργανο διοίκησης της Ε.ΣΤ.Α., μεριμνά για την εκπλήρωση των σκοπών της και, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Ε.ΣΤ.Α. όπως αυτές ορίζονται στο επόμενο άρθρο, αποφασίζει για κάθε θέμα και ειδικότερα για: α) τα επιχειρησιακά, εκπαιδευτικά και επενδυτικά προγράμματα που αναλαμβάνει και εκτελεί η Ε.ΣΤ.Α., τις προσλήψεις προσωπικού, τις συμβάσεις με δημόσιους, ιδιωτικούς ή διεθνείς φορείς, τις προμήθειες και την εκτέλεση έργων και β) τον ετήσιο προϋπολογισμό, απολογισμό και ισολογισμό της Ε.ΣΤ.Α.

4. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Ε.ΣΤ.Α. απολαύουν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας, δεσμεύονται μόνο από το νόμο και τη συνείδησή τους, και όσα από αυτά υποδεικνύονται, δεν εκπροσωπούν τους φορείς που τους πρότειναν. Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ε.ΣΤ.Α. συγκαλείται μετά από πρόσκληση του Προέδρου, στην οποία ορίζεται ο τόπος και ο χρόνος της συνεδρίασης. Στην πρόσκληση περιλαμβάνονται τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Όταν ο Πρόεδρος, κωλύεται, τότε το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να συγκαλείται από τον Αντιπρόεδρο. Κατά τα λοιπά, για τη σύγκληση του Διοικητικού Συμβουλίου έχουν εφαρμογή οι σχετικές διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας.

5. Ο Πρόεδρος προεδρεύει του Διοικητικού Συμβουλίου. Τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου, όταν απουσιάζει ή κωλύεται, αναπληρώνει ο Αντιπρόεδρος. Το Συμβούλιο συνεδριάζει έγκυρα εφόσον παρίσταται πέντε (5) τουλάχιστον μέλη. Για την έγκυρη λήψη απόφασης απαιτείται απλή πλειοψηφία των παρόντων. Σε περίπτωση ισοψηφίας ισχύει η ψήφος του Προέδρου. Χρέη γραμματέα του Συμβουλίου εκτελεί υπάλληλος της Ε.ΣΤ.Α. που ορίζεται από τον Πρόεδρο.

6. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ύστερα από εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου, καθορίζεται αποζημίωση για τον Πρόεδρο, τον Αντιπρόεδρο, τα μέλη και τον γραμματέα του Διοικητικού Συμβουλίου.

Άρθρο 4

Πρόεδρος της Ε.ΣΤ.Α.

1. Ο Πρόεδρος της Ε.ΣΤ.Α. διορίζεται για θητεία τεσσάρων (4) ετών με Προεδρικό Διάταγμα που προτείνεται από τον Υπουργό Οικονομικών ύστερα από γνώμη της, κατά το άρθρο 49 Α του Κανονισμού της Βουλής, Επιτροπής. Η θητεία του μπορεί να ανανεώνεται με την ίδια διαδικασία. Ο Πρόεδρος πρέπει να κατέχει διδακτορικό τίτλο σπουδών και να είναι πρόσωπο αναγνωρισμένου κύρους, που έχει διακριθεί για την επιστημονική του κατάρτιση.

2. Ο Πρόεδρος της Ε.ΣΤ.Α. είναι δημόσιος λειτουργός πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης και τελεί, κατά τον χρόνο που κατέχει τη θέση του, σε αναστολή της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Αν είναι μέλος )ΕΠ ΑΕΙ, τότε, σε σχέση με την αναστολή ασκήσεως των καθηκόντων του ως μέλους )ΕΠ ΑΕΙ, εφαρμόζονται οι διατάξεις 1 έως και 4 του άρθρου 5 του Ν. 2530/1997 (ΦΕΚ Α’218).

3. Ο Πρόεδρος είναι αρμόδιος για την εύρυθμη λειτουργία της Ε.ΣΤ.Α. , προΐσταται των υπηρεσιών της και την εκπροσωπεί δικαστικώς και εξωδίκως. Εισηγείται τα θέματα που συζητούνται στο Διοικητικό Συμβούλιο, μεριμνά για την εκτέλεση των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου, συντονίζει και εποπτεύει την εκπόνηση των στατιστικών, επιχειρησιακών και εκπαιδευτικών προγραμμάτων της Ε.ΣΤ.Α., και μεριμνά για την κατάρτιση του προϋπολογισμού, του απολογισμού και του ισολογισμού της και την
υποβολή τους για έγκριση στο Διοικητικό Συμβούλιο. Μεριμνά για τη διαχείριση των οικονομικών της Ε.ΣΤ.Α. και τη διάθεση κάθε δαπάνης, σύμφωνα με τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και τους Ειδικούς Κανονισμούς Διαχείρισης και Προμηθειών.

4. Το ύψος των αποδοχών του Προέδρου της Ε.ΣΤ.Α. ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

Άρθρο 5

Πόροι

1. Πόροι της Ε.ΣΤ.Α. είναι:

(α) τα έσοδα από εγγραφές στον Γενικό Κρατικό Προϋπολογισμό,
(β) τα έσοδα από την περιουσία της,
(γ) τα έσοδα από έρευνες, μελέτες, στατιστικές εργασίες, δημοσιεύσεις και πάσης φύσεως παροχή υπηρεσιών προς τρίτους,
(δ) τα έσοδα από εκτέλεση στατιστικών εργασιών στο πλαίσιο εθνικών, Κοινοτικών ή διεθνών προγραμμάτων,
(ε) τα έσοδα από επιχορηγήσεις, δωρεές και λοιπές εισφορές από δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς.

2. Ο Προϋπολογισμός της Ε.ΣΤ.Α. προσαρτάται στον Προϋπολογισμό του Υπουργείου Οικονομικών.

Άρθρο 6

Συνεργασίες Ε.ΣΤ.Α.

1. Η Ε.ΣΤ.Α. συνεργάζεται με τη Στατιστική Υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUROSTAT), τις άλλες υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τις στατιστικές υπηρεσίες των κρατών-μελών της Ε.Ε. καθώς και με άλλους διεθνείς φορείς και οργανισμούς για στατιστικά θέματα.

2. Η Ε.ΣΤ.Α. συνεργάζεται με τις κρατικές υπηρεσίες, εκπαιδευτικά ιδρύματα, ερευνητικά κέντρα και κέντρα μελετών, οργανισμούς μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, καθώς και ιδιωτικούς φορείς, εσωτερικού και εξωτερικού.

Άρθρο 7

Δημοσίευση και διάδοση στατιστικών στοιχείων Διάθεση προϊόντων Ε.ΣΤ.Α.

1. Τα προϊόντα της εκτέλεσης στατιστικών εργασιών, ερευνών, μελετών, προγραμμάτων ή άλλων εργασιών που διενεργούνται από την Ε.ΣΤ.Α. ανήκουν αποκλειστικά σε αυτή.

2. Τα στατιστικά στοιχεία που συλλέγονται και επεξεργάζονται, δημοσιεύονται ή διαδίδονται αποκλειστικά από τα αρμόδια όργανά της. Η δημοσίευση ή η διάδοση γίνεται μόνο αν δεν προκύπτει άμεσα ή έμμεσα η ταυτότητα εκείνων που παρέχουν ή εκείνων τους οποίους αφορούν τα στοιχεία αυτά.

3. Η Ε.ΣΤ.Α. έχει υποχρέωση να παρέχει χωρίς τίμημα, τα κυριότερα οικονομικά και κοινωνικά στατιστικά στοιχεία τα οποία συλλέγει και επεξεργάζεται και να δίνει τη δυνατότητα πρόσβασης σε αυτά στο Διαδίκτυο.

4. Η διάθεση, σε μεμονωμένα πρόσωπα ή φορείς, προϊόντων ερευνών ή μελετών ή στοιχείων για τα οποία απαιτείται ειδική διαδικασία παραγωγής ή επεξεργασίας, ανήκει στη διακριτική ευχέρεια της Ε.ΣΤ.Α. και μπορεί να γίνεται έναντι τιμήματος επί τη βάσει συστημάτων και διαδικασιών διάθεσης και τιμολόγησης, που ορίζονται με
απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ε.ΣΤ.Α.

Άρθρο 8

Πρόσβαση της Ε.ΣΤ.Α. σε πρωτογενές στατιστικό υλικό διοικητικών πηγών

1. Για την εκπλήρωση της αποστολής της, η Ε.ΣΤ.Α. επιτρέπεται να ζητάει και να λαμβάνει γνώση των μητρώων και αρχείων των κρατικών υπηρεσιών του )ημοσίου και των νομικών προσώπων του δημοσίου τομέα, καθώς και όλων των φορολογικών και τελωνειακών αρχείων του Υπουργείου Οικονομικών, και να λαμβάνει αντίγραφα ή αποσπάσματα για περαιτέρω επεξεργασία. Οι υπηρεσίες και φορείς υποχρεούνται να παρέχουν τα στοιχεία και να συμπληρώνουν με ακρίβεια και εγκαίρως τα ερωτηματολόγια μέσω των οποίων η
Ε.ΣΤ.Α. ζητά στοιχεία και πληροφορίες.

2. Άρνηση λειτουργού, ή υπαλλήλου ή μέλους διοίκησης , να διαβιβάσει τα στοιχεία και της πληροφορίες, όπως ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο , συνιστά το πειθαρχικό παράπτωμα της παράβασης καθήκοντος και για μέλος διοίκησης νομικού προσώπου, σπουδαίο λόγο που δικαιολογεί την αντικατάστασή του. Η πειθαρχική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του προέδρου του Διοικητικού συμβουλίου της Ε.ΣΤ.Α. προς τον, σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, αρμόδιο πειθαρχικό προϊστάμενο του υπαλλήλου ή του λειτουργού. Σε περίπτωση υποτροπής επιβάλλεται η ποινή της οριστικής παύσης.

3. Οι υπηρεσίες του δημόσιου τομέα μπορούν να αρνηθούν την ικανοποίηση του αιτήματος της Ε.ΣΤ.Α. να λάβει γνώση των στοιχείων της προηγουμένης παραγράφου μόνο στις περιπτώσεις που η ικανοποίησή του παραβιάζει το απόρρητο των συζητήσεων του Υπουργικού Συμβουλίου ή άλλων κυβερνητικών οργάνων, καθώς και το απόρρητο της εθνικής άμυνας και της εξωτερικής πολιτικής.


Άρθρο 9

Γνωστοποίηση στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα

Η Ε.ΣΤ.Α. προβαίνει σε γενική γνωστοποίηση στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για το σύνολο των στατιστικών εργασιών που εκτελεί σύμφωνα με το Ν.2472/1997.

Άρθρο 10

Κατάργηση της Γενικής Γραμματείας Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομικών. Σύσταση θέσεων Διοικητικού Προσωπικού Ε.ΣΤ.Α.

Οργανισμός Ε.ΣΤ.Α.

1. Η Γενική Γραμματεία Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος (Ε.Σ.Υ.Ε.), η οποία συστάθηκε με το Π.). 224/1986 (ΦΕΚ Α’91), καταργείται.

2. Όλες οι αρμοδιότητες της ΕΣΥΕ όπως ορίζονται στο άρθρο 1 του Π.Δτος 224/1986, ανήκουν και ασκούνται εφεξής από την Ε.ΣΤ.Α.

3. Όπου στις ισχύουσες διατάξεις αναφέρεται Γενική Γραμματεία Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος (Ε.Σ.Υ.Ε.) ή Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος (Ε.Σ.Υ.Ε.), νοείται εφεξής η Ελληνική Στατιστική Αρχή (Ε.ΣΤ.Α.).

4. Όλες οι οργανικές μονάδες της Γενικής Γραμματείας της Ε.ΣΥ.Ε. καθώς και το προσωπικό που οργανικά ανήκει σε αυτές και οι υπάρχουσες κενές θέσεις, μεταφέρονται στην Ελληνική Στατιστική Αρχή.

Μεταφέρονται, επίσης οι υφιστάμενες προσωποπαγείς καθώς και το προσωπικό που υπηρετεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Το προσωπικό που μεταφέρεται κατατάσσεται στα ίδια μισθολογικά κλιμάκια και διατηρεί το σύνολο των αποδοχών που λαμβάνει κατά την έναρξη ισχύος του Νόμου αυτού.

5. Προσωπικό που υπηρετεί στη Γενική Γραμματεία της Ε.Σ.Υ.Ε. με απόσπαση, συνεχίζει να υπηρετεί στην Ε.ΣΤ.Α. μέχρι τη λήξη της απόσπασής του.

Άρθρο 11

Σύσταση Μονάδας Ερευνών και Μελετών

1. Στην Κεντρική Υπηρεσία της Ε.ΣΤ.Α. συνιστάται οργανική μονάδα Ερευνών και Μελετών επιπέδου τμήματος, που υπάγεται απευθείας στον Πρόεδρο της Ε.ΣΤ.Α.. Στη μονάδα αυτή συνιστώνται δέκα (10) οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού προσωπικού, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Τα ειδικότερα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του προσωπικού αυτού, καθορίζονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ε.ΣΤ.Α.. Η πλήρωση των θέσεων διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.2190/1994, όπως ισχύουν. Η κάλυψη των θέσεων μπορεί να γίνεται και με μεταφορά προσωπικού με τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, από το )ημόσιο ή από Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, ύστερα από προκήρυξη του Διοικητικού Συμβουλίου. Η μεταφορά διενεργείται με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού.

2. Το Τμήμα Ερευνών και Μελετών υποστηρίζει επιστημονικά την Ε.ΣΤ.Α.. Εκπονεί κοινωνικοοικονομικές μελέτες, αυτοτελώς ή σε συνεργασία με τις υπηρεσίες της Ε.ΣΤ.Α. ή με άλλους φορείς, υποστηρίζει επιστημονικά την Ε.ΣΤ.Α. και εκπονεί μελέτες για τον εκσυγχρονισμό και τη βελτίωση της ποιότητας των στατιστικών ερευνών, για τους βραχυπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους στόχους της Ε.ΣΤ.Α., για την πορεία και τις προοπτικές των στατιστικών εργασιών και την καλύτερη αξιοποίηση, παρουσίαση και διάδοση των στατιστικών στοιχείων.

Άρθρο 12

Περιουσία της Ε.ΣΤ.Α.

1. Το ακίνητο που βρίσκεται στο Δήμο Πειραιά, και στη συμβολή των οδών Πειραιώς, Επονιτών και Α. Μουράτη, περιέρχεται χωρίς καμία άλλη διατύπωση στο Νομικό Πρόσωπο της Ε.ΣΤ.Α. Η σχετική πράξη μεταγραφής στα βιβλία του αρμόδιου υποθηκοφυλακείου απαλλάσσεται από κάθε φόρο, τέλος ή δικαίωμα υπέρ τρίτων.

2. Κινητά πράγματα, καθώς και κάθε εξοπλισμός, που χρησιμοποιείται ή έχει διατεθεί στη Γ.Γ. Ε.Σ.Υ.Ε., περιέρχονται χωρίς καμία άλλη διατύπωση στο Νομικό Πρόσωπο της Ε.ΣΤ.Α.


Επικοινωνία: